Αρχαιότητα

Η γη του χωριού μας κρύβει μέσα στα σπλάχνα της μοναδικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς που μόνο μια συστηματική ανασκαφική έρευνα μπορεί να φέρει στο φως.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα ο τόπος της Σταμνάς δεν έτυχε οργανωμένης ανασκαφής. Εν τούτοις από τις περιγραφές των ξένων περιηγητών κυρίως του Pouqueville και του Woodhouse καθώς και από τη διενέργεια κάποιων σωστικών ανασκαφών καταδεικνύεται η αρχαιολογική και ιστορική σημασία της περιοχής που παρουσιάζει συνεχή εγκατάσταση από τους προϊστορικούς χρόνους ως την ύστερη αρχαιότητα με αδειά-λειπτη συνέχεια στο μεσαίωνα και τη Τουρκοκρατία ως τη σύγχρονη εποχή.


Κατάσπαρτος είναι ο χώρος του χωριού από τάφους. Ήρθαν στο φως σημαντικές ταφές των πρωτογεωμετρικών ή γεωμετρικών χρόνων που έδωσαν πλούσια κτερίσματα, πήλινα διάφορα, χάλκινα και μικροαντικείμενα. Σε μεγάλη συχνότητα απαντούν ταφές σε πίθους, σε κάποιες μάλιστα από τις οποίες παρατηρείται κανονικός εγχυ-τρισμός.

Στη θέση δε Ψηλή Παναγιά διακρίνονται προϊστορικοί τάφοι. Έχουν εντοπιστεί θήκες σε μέγεθος ακόμη και δωματίων. Πλήθος ακόμη τάφων έχουν επισημανθεί στην ευρύτερη περιοχή, ενώ εκατοντάδες έχουν συληθεί από αρχαιοκάπηλους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και κάποιοι τύμβοι που στους ντόπιους είναι γνωστοί ως τούμπα Μαδούρα και τούμπα Τσικρίκα.
Πέραν αυτών, σημαντικό λιμάνι των Μυκηναϊκών χρόνων έχει εντοπιστεί κοντά στο ναό των Αγίων Ταξιαρχών. Η ύπαρξη του καταδεικνύεται από τα όστρακα που κατά καιρούς περισυνελέγοντο από τους γύρω αγρούς αλλά και από τα κλυζόμενα από τη θάλασσα, σύμφωνα με πληροφορίες αυτόπτων ερειπίων, μώλου ή νεόσοικων.

Το λιμάνι είχε σημαντικές εμπορικές σχέσεις ακόμη και με την Αίγυπτο, όπως καταφαίνεται από τα ευρήματα των προϊστορικών τάφων (κυρίως της εύρεσης Δέλτου επί σκαραβαίου του Φαραώ Αμένοφιου Γ’) κοντά στον Άγιο Ηλία που ανέσκαψε ο Ευθύμιος Μαστροκώστας τη δεκαετία του ’60. Το λιμάνι εξυπηρετούνταν προφανώς από κάποιον δίαυλο που θα διασχίζε τη λιμνοθάλασσα από το νότιο άκρο της στο Πατραϊκό ως το Βορειότερο άκρο της όπου και η μυκηναϊκή θέση.

Ορισμένοι μάλιστα ερευνητές κάνουν λόγο και για την ύπαρξη δευτέρου λιμανιού στη θέση Αμπελάκια προς τον Αχελώο.

Μέγιστο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα λείψανα αρχαίου τείχους που διακρίνονται στη κορυφή ενός λόφου στη θέση Ψηλή Παναγιά που έλαβε το όνομα της από την ύπαρξη εκεί ομώνυμουερειπωμένου νάίσκου.

Τα τείχη περικλείουν μεγάλη έκταση κατερχόμενα προς Βορρά μέχρι τους πρόποδες του όρους παρά τη λίμνη Λυσιμαχεία, ενώ νότια φθάνουν μέχρι τη λιμνοθάλασσα του χωριού. Η ταύτιση των τειχών αυτών με κάποιο από τα πολίσματα που μας είναι γνωστά από φιλολογικές ή άλλες μαρτυρίες, αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της αρχαίας Αιτωλικής τοπογραφίας στο οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση, που μόνο οι ανασκαφικές έρευνες μπορούν να δώσουν.

Ο Θωμάς Μποκόρος ανιχνεύοντας τη πόλη του Οδυσσέα, έχοντας ως πολύτιμο οδηγό τα ομηρικά έπη εντυπωσιάστηκε από την έκταση των τειχών και την περίοπτη θέση τους, ώστε να τα ταυτίζει με τη πόλη Σχερία, της χώρας των Φαιάκων.

Η παράδοση του χωριού μας κάνει λόγο για την πόλη Ώλενο. Πρώτη μνεία της βρίσκουμε στον Όμηρο όπου αναφέρεται ως μια από τις πέντε πόλεις – Καλυδώνα, Πλευρώνα, Χαλκίδα, Πυλήνη – που συμμετείχαν με σαράντα πλοία στη Τρωική Εκστρατεία.
Την πόλη μνημονεύει και ο γεωγράφος Στράβων «τήνμένΏλενον…. Αιολείς κατάσκαψαν, πλησίον ούσαν της νεωτέρας Πλευρώ-νας, τής δε χώρας ημφισβήτον Ακαρνάνες» και σε άλλο χωριό του «της δε μεσογαίας… κατά την Αιτωλίαν ην Ώλενος… ίχνη δ’ αυτής λείπεται μόνον εγγύς της Πλευρώνος υπό τω Αρακύνθω». Από τις μαρτυρίες αυτές του Στράβωνα συνάγεται ότι η Ώλενος βρίσκονταν κοντά στη Νέα Πλευρώνα και διεκδικούνταν μάλιστα από τους Ακαρνάνες. Ακόμη ότι τη πόλη κατέστρεψαν ολοσχερώς οι Αιολείς.

Οι συγκεχυμένες αυτές πληροφορίες δημιούργησαν χάος στους νεώτερους τοπογράφους. Χαρακτηριστικά κάποιοι υποστήριξαν ότι η πόλη βρισκόταν βόρεια του Μεσολογγίου, πολύ κοντά στο Αιτωλικό στη θέση Ζαμπαράκι. Ο Leake αδυνατώντας να πιστέψει ότι η Ώλενος βρισκόταν τόσο κοντά σε μια αλλη ισχυρή πολη την Πλευρώνα, τη τοποθετεί κοντά στο χωριό Γαβαλού,στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε το Τριχώνιον.

Ο Κων/νος Στεργιόπουλος κάνοντας λόγο για τα σωζόμενα λείψανα στο λόφο Ψηλή Παναγιά τα αποδίδει μεν στην Ώλενο εικάζοντας δε ότι με την κάθοδο των νέων φύλων ο συνοικισμός μετωνομάστηκε σε Υρία και αργότερα σε Λυσιμάχεια. Ο Woodhouse κάνοντας κριτική στις προταθείσες γνώμες και αναλύοντας τα παραδιδόμενα από τους αρχαίους συγγραφείς Όμηρο, Στράβωνα και Ελλάνικο διατυπώνει μια διαφορετική εκδοχή με αρκετές αξιώσεις.

Αναφέρεται σε κάποιο ολίσθημα του γεωγράφου Στράβωνα ο οποίος βλέποντας προφανώς τα ερείπια στους λόφους Γυφτόκαοτρο ή Πετροβούνι όπου βρισκόταν η Παλαιά Πλευρώνα στην Ομηρική Ώλενο.

Στη θέση όμως αυτή δε κείτονταν η ομηρική πόλη αλλά πιθανότατα μετά την καταστροφή της Παλαιάς Πλευρώνας το 234 π.Χ. κατά τη διάρκεια του λεγόμενου Δημητριακού πολέμου, οι Αιτωλοί επανασύστησαντη πόλη με την ονομασία Ώλενος, για λόγους εθνικής υπερηφάνειας.

Η ομηρική δε πόλη κατά τον Woodhouse βρισκόταν στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε η Ιθωρία, στο λόφο του Αγίου Ηλία.

Εικάζει ο περιηγητής ότι μετά την καταστροφή της από τους Αιολείς η Ώλενος ξαναχτίστηκε με το νέο όνομα Ιθωρία.

Σ’ αυτή τη ταύτιση συνηγορούν και τα αρχαία λείψανα που σώζονται στο λόφο του Αη-Λιά, καθώς ένα τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου είναι προϊστορικό. Έτσι εξηγείται και γιατί οι Ακαρνάνες προσπάθησαν να αδράξουν την ευκαιρία που τους δόθηκε από την εισβολή των Αιολέων να διαρπάξουν τη περιοχή της Ωλένου.
Ακόμη δικαιολογείται κι ο χαρακτηρισμός του Στράβωνα «μεσογαία». Με την άποψη του Woodhause συντάχθηκαν πολλοί νεότεροι ερευνητές ανάμεσα τους και η Σ. Κ. Αλεξανδροπούλου.

Μια σειρά από φυλακτήριους πύργους όπως αναφέρει ο ιστορικός Πολύβιος συνδεόταν με την αρχαία πόλη Ιθωρία. Όλους τους κατέστρεψε ο Φίλιππος Ε’, όπως και τη πόλη, το219π.Χ.

Ο βορειότερος απ’ αυτούς βρίσκεται στη περιφέρεια του χωριού μας γνωστός ως «Ελληνικά». Απέχει περίπου 300μ. από την όχθη του Αχελώου και 800μ. προς τα ανατολικά από τα ναύδρια «Δυο Εκκλησιές». Πρόκειται για ένα τετράγωνο κτίσμα χτισμένο με ασβεστόλιθους κατά το ισόδομο τραπεζιο-σχημο σύστημα.

Επίσης σε ένα μικρό λοφίσκο σε μικρή απόσταση από τις «Δυο Εκκλησιές» παρατηρούνται τα ερείπια μικρού τετράγωνου οχυρού αποτελούμενο από μεγάλους λίθους τιθεμένων σύμφωνα με το ψευδοϊσοδομικό σύστημα. Λίγα βήματα πιο πέρα διακρίνονται τα πενιχρά ίχνη ενός μικρού οικοδομήματος. Οι μικρές διαστάσεις, το χαμηλό ύψος, η απουσία θυρών δε συνηγορεί για την ταύτιση τους με οχυρά, που επιτελούσαν σημαντικούς στρατιωτικούς σκοπούς.

Πρόκειται για πύργους παρατηρητήρια που κατόπτευαν τους πόρους του Αχελώου.

Χρησίμευαν ακόμη ως προσωρινά καταφύγια των κατοίκων της περιοχής σε περίπτωση Ακαρνανικής εισβολής.

Σπουδαίος αρχαίος οικισμός της περιοχής και η Φάνα, άνθισε στη θέση «Σιδερόπορτα». Η περιοχή συνίσταται από μια συστάδα τεσσάρων χαμηλών και κυκλικών λόφων που προβάλλονται ανάμεσα στις πλαγιές του Αρακύνθου και την ανατολική όχθη της λιμνοθάλασσας.

Η θέση είναι ιδαίτερα στρατηγική καθώς βρίσκεται πάνω στο δρόμο που από το Αγγελόκαστρο προχωρεί ανοικτά προς το Αιτωλικό.

Επίσης κυριαρχεί του κατωτέρου άκρου της Κλεισούρας που βρίσκεται ανατολικότερα. Δυστυχώς το αρχαίο τείχος έχει σχεδόν εκριζωθεί.

Ο Woodhouse αναφέρει και μικρό τμήμα του τείχους και μέρος ενός πύργου που ξέφυγαν της καταστροφής η οποία υπήρξε ολοσχερής κατά τη διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής. Αν και οι τέσσερις λόφοι περιβαλλόταν με τείχη τότε η περιφέρεια της αρχαίας πόλης θα ήταν κάτι λιγότερο από ένα μίλι. Ο Bazin αναφέρει ότι σε κανονικά διαστήματα εκατόν είκοσι ποδιών παρεμβαλλόταν ημικυκλικοί πύργοι. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό στοιχείο που δεν απαντάται σε άλλη Αιτωλική πόλη. Η τοιχοδομία ήταν ιδιαίτερα επιμελημένη ψευδοϊσόδομη.

Τη πόλη και τη πολιορκία της από τους Αχαιούς μνημονεύει ο Παυσανίας όταν κάνει λόγο για τους Δελφούς. Στο ιερό του Δελφικού Απόλλωνα οι Αχαιοί αφιέρωσαν άγαλμα της θεάς Αθηνάς ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη κατάληψη της Φάνας.
Είχαν καταφύγει μάλιστα στο Δελφικό μαντείο για χρησμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης όταν είδαν ότι δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Τελικά κατάλαβαν τη πόλη αχρηστεύοντας τη μοναδική πηγή εφοδιασμού νερού.

Η πολιορκία και η κατάληψη της Φάνας πρέπει να έλαβε χώρα μετά το 189 π.Χ. όταν η Ρώμη παραχώρησε στους Αχαιούς την Ηράκλεια και την Πλευρώνα. Στη χρονολογία αυτή συνάδει και η μορφολογία των ερειπίων. Από τη Φάνα επίσης προέρχονται θαυμάσια πρωτογεωμετρικά και γεωμετρικά πήλινα ασκοειδή αγγεία, οινοχόες, αμφορείς καθώς και ένα χάλκινος τρίποδας του 9ου π.Χ. που εκτίθεται στο μουσείο Αγρινίου.

Στη θάλασσα δε του χωριού διακρίνονται επεξεργασμένοι λίθοι ενός αρχαίου οικοδομήματος καθώς και ένα υδραγωγείο Ρωμαϊκών χρόνων.

Της εποχής αυτής (Ρωμαϊκής) μοναδικής αξίας ευρήματα για την ιστορία της Αιτωλίας αποτελούν δύο μιλιάρια που προέρχονται από τη θέση «Ρόγγια». Παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την Αιτωλική χώρα στα χρόνια αυτά όπου κυριαρχεί η εικόνα μεγάλης ερήμωσης σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να έχει καταστεί πρόσφορη για ιπποτροφία όχι λιγότερο από τη Θεσσαλία όπως αναφέρει ο Στράβωνας.

Το πρώτο μιλιάριο, κίονας από γκρίζο λε-πτόκοκκο μάρμαρο βρέθηκε ακέραιο κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής ανασκαφικής έρευνας που πραγματοποίησε το Σεπτέμβριο του 1983 η αρχαιολόγος Κορνηλία Αξιώτη ύστερα από υπόδειξη του συγχωριανού μας Κωνσταντίνου Μπακατσέλου, στη κτήμα του.

Στη δεκάστιχη λατινική επιγραφή που φέρει αναφέρεται ο αυτοκράτορας Τραϊνός ως Optimus, επωνυμία που έλαβε το 114 μ.Χ. Από το δεύτερο μιλιάριο το οποίο παρέδωσε ο ίδιος στην αρχαιολογική υπηρεσία τον Απρίλιο του 1983, σώζεται το πάνω τμήμα του κίονα κατασκευασμένο από λευκό χονδρόκοκκο μάρμαρο. Βρέθηκε σε απόσταση τριών μόλις μέτρων από το σημείο εύρεσης του προηγούμενου. Φέρει επτάστιχη λατινική και στη συνέχεια ελληνική επιγραφή στις οποίες αναγράφονται τα ονόματα των Αυγούστων Cams, Carinus και Numerianus και των Καισάρων Κωνσταντίνου και Μαξιμιανού αντίστοιχα.

Τα μιλιάρια αυτά καθώς και ένα τρίτο που προέρχεται από το Δρυμό της Βόνιτσας συμβάλλουν σημαντικά στο καθορισμό της πορείας της via publica Romana (δημόσιας ρωμαϊκής οδού) της Αιτωλίας και Ακαρνανίας που συνέδεε τη Νικόπολη με την Πάτρα.
Η κατασκευή της οδού αυτής εντάσσεται στο γενικό πρόγραμμα έργων οδοποιίας που εκτέλεσε ο Τραϊανός εν όψει της εκστρατείας του εναντίων των Πάρθων στο τέλος της βασιλείας του.

Τέλος ενδιαφέρουσα είναι και η ζωή της περιοχής του χωριού μας και κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα και της Τουρκοκρατίας για την οποία υπάρχουν περισσότερες μαρτυρίες και εκτενέστερη βιβλιογραφία.

Βιβλιογραφία:
I. Σ. Κ. Αλεξανδροπούλου: Νότια Αιτωλία, το οδικό δίκτυο έως τα πρώτα μετεπαναοτατικά χρόνια, Αθήνα 1993.
II. Αξιώτη Κορνηλία: Ρωμαϊκοί δρόμοι της Αι-τωλ/νίας, Α.Δ. 1980., τόμος 35.
III. Μ. Bazin Memoire sur Γ Etolia (A.M.S. r.l Serie 2me 1.2 1865.
IV. Leake N. Travels in Northern Greece, Laidou 1835.
V. Ευθ. I. Μαστροκώστας: Ανασκαφή Αγίου Ηλία Μεσολογγίου – Ιθωρίας, Α.Δ. 1963.
VI. Μποκώρου Θωμά: Αιτωλία – Ακαρνανία, μνημεία, ήρωες, θρύλοι, Αγρίνο 1968-69.
VII. Παραδείσης Αλεξ. Φρούρια και Κάστρα της Ελλάδας, τόμος 2, Αθήνα 1983.
VΙΙΙ.Στεργιόπουλος Κων/νος: Η Αρχαία Αιτωλία, Αθήνα 1939.
IX. Woodhouse Ν. Aetolia, hs georgraphy, topography and antiquites, Oxford 1897.
Χ. Χαβάλλας Θ. Ιστορία των Αιτωλών, συνέχεια από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι το 1829, τ. 1-3, Αθήνα 1883.