Ειδήσεις

Ένα ταξίδι προς την Αλήθεια ξεκινάει

Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ξεκινάει τὸ λεγόμενο Τριώδιο, ὁπότε καὶ ψάλλουμε στὸν Ὄρθρο τῶν Κυριακῶν τρία Ἰδιόμελα τροπάρια, ποὺ ἀρχίζουν ὡς ἑξῆς: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα…», «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε…» καὶ «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν…». Θὰ ἦταν σκόπιμο ἴσως νὰ ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὰ τροπάρια αὐτά, ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς, τὴν περίοδο αὐτὴ ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία μας ὡς περίοδο μετανοίας, κάτι περισσότερο νὰ καταλάβουμε, κάπως βαθύτερα νὰ προχωρήσουμε μέσα στὴν ἄβυσσο τοῦ πλούσιου περιεχομένου της, ἀνιχνεύοντας παράλληλα καὶ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας μας.

Τὸ πρῶτο μήνυμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ τροπάρια αὐτά, στηρίζεται στὰ ρήματα ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ὑμνογράφοι, δηλαδὴ τὸ «ἄνοιξον», τὸ «εὔθυνον» καὶ τὸ «κάθαρον». Μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ μιὰ ἀναγεννητική, ἐνεργὸ καὶ οὐσιαστικὴ μετάνοια χρειάζεται νὰ εἶναι ἀνοικτὴ ἡ διάθεσή μας, νὰ εἶναι ὀρθὸς καὶ ἴσιος ὁ δρόμος τοῦ φρονήματός μας καὶ τέλος καθαρὸς ὁ βίος μας. Νὰ θέλουμε δηλαδὴ νὰ μετανοήσουμε, νὰ ξέρουμε πῶς θὰ μετανοήσουμε καὶ τέλος νὰ μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε. Πολλὲς φορὲς δὲν γνωρίζουμε τί εἶναι ἡ μετάνοια καὶ τὸ πρόβλημα εἶναι στὸ ξεκίνημά μας, στὰ πρῶτα σκαλοπάτια. Ἄλλες φορὲς πάσχει ἡ διάθεσή μας, ἄλλοτε τὸ πρόβλημα βρίσκεται στὸ φρόνημά μας καί ἄλλοτε στὴ ζωή μας.

Ἂς στρέψουμε ὅμως τὴν προσοχή μας καὶ σὲ μιὰ ἄλλη κρυμμένη ἀλήθεια. Ἂν προσέξουμε, θὰ βροῦμε κάποιες λέξεις τῶν τροπαρίων αὐτῶν, συγγενοῦς καὶ συναφοῦς περιεχομένου, νὰ ἐπαναλαμβάνονται. Λέει τὸ πρῶτο τροπάριο: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν Σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος ὅλον ἐσπιλωμένον…». Διαλέγουμε τὶς λέξεις «ἐσπιλωμένον» καὶ «ὅλον». Δηλαδὴ καθὼς ἔρχομαι στὸν ἅγιο ναό σου, ὁ ναὸς τοῦ σώματός μου εἶναι ὁλόκληρος λερωμένος, λεκιασμένος.

Τὸ δεύτερο τροπάριο μιλάει γιὰ τὸν βίο, τὴ ζωή μας, ποὺ καὶ αὐτὴ ὁλόκληρη εἶναι κατερρυπωμένη, καταλερωμένη. «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε• αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ραθύμως τὸν βίον μου ὅλον ἐκδαπανήσας…» Ἐδῶ συναντοῦμε τὴ λέξη «κατερρύπωσα», ποὺ πάλι μιλάει γιὰ ρύπο καὶ ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς, καὶ ξανὰ βρίσκουμε τὴ λέξη «ὅλον». Γιατί ἆρα γε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις γίνεται ἔντονη ἀναφορὰ στὸν μολυσμὸ τῆς ψυχῆς καὶ ὑποβιβάζουμε τόσο πολὺ τὸν ἑαυτό μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ὅλος μας ὁ βίος εἶναι ρυπωμένος; Ὅλο μας τὸ σῶμα εἶναι λερωμένο; Ὅλο μας τὸ φρόνημα πάσχει; Ὅλη ἡ ψυχή; Ὁλόκληρη ἡ ὑπόστασή μας νοσεῖ; Δὲν ὑπάρχει μιὰ γωνιὰ καθαρή;

Εἴμαστε σύμφυτοι μὲ τὴν ἁμαρτία, ἀποτελεῖ ἰδίωμά μας, ζοῦμε τὴν κατάστασή της. Μία εἶναι ἡ ἁμαρτία, πολλὲς ὅμως εἶναι οἱ ἐκφράσεις της. Ἁμαρτία εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει, ὅπως μὲ τόση σαφήνεια ἔλεγαν τὰ τροπάρια. Εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει τὸν Θεὸ ἀπόμακρο, ἀπίθανο, ἀκατάλληλο, ξένο, δύσκολο, ἀφύσικο. Σὰν νὰ μᾶς φαίνεται τόσο πολὺ δύσκολο, τόσο φοβερὰ ἄπιαστο, τὸ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς κάτι ἀπὸ τὴν χάρι Του. Δυσκολευόμαστε νὰ τὴν πιστέψουμε, νὰ τὴν αἰσθανθοῦμε. Αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία. Ὅσο πιὸ πολὺ ἁμαρτάνουμε, τόσο περισσότερο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τόσο πιὸ πολὺ μᾶς φαίνεται ἀπόμακρος καὶ ξένος ἀπὸ τὴ ζωή μας.

Λέγουν λοιπὸν τὰ ἰδιόμελα τροπάρια τοῦ Τριωδίου ὅτι ὅλος ὁ βίος μας, δηλαδὴ ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, ὅλες οἱ πράξεις μας, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ὑπόστασή μας εἶναι βυθισμένα στὴν ἁμαρτία. Ὅσο πιὸ πολὺ κατανοεῖ κανεὶς τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας πάνω στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ζεῖ καὶ ταπεινὰ αἰσθάνεται βαθειά μέσα του τὴν προσωπική του ἁμαρτία, τόσο βαθύτερα εἰσχωρεῖ καὶ στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς χάριτος. Θὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ ἂν ἀνατρέξουμε σ᾿ ὅλα τὰ κείμενα τῶν μετανοούντων ἀνθρώπων. Θὰ τὸ ἀντικρύσουμε στοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, θὰ τὸ συναντήσουμε στὰ κείμενα τῶν πατέρων μας, θὰ τὸ βροῦμε στὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων ποὺ συνέχονται ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν αἴσθηση τῆς καθολικῆς κυριαρχίας τῆς ἁμαρτίας ἐπάνω μας. Δὲν εἶναι ἁμαρτία τὰ λάθη ποὺ κάνουμε. Ἁμαρτία εἶναι ἡ διαστροφὴ τοῦ προσώπου μας, ποὺ μᾶς κάνει νὰ μὴν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ καλὸ ὡς καλό, καὶ νὰ ἀντικρύσουμε τὸν Θεὸ ὡς ἀλήθεια καὶ ὡς Θεό.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν βῆμα εἶναι νὰ δεχθοῦμε ἄφοβα καὶ χωρὶς δισταγμὸ τὴν ἁμαρτωλότητά μας• «ἐν ἁμαρτίαις ὅλος ὑπάρχω» ψιθυρίζουν τὰ πεντακάθαρα χείλη τῶν ἁγίων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πρέπει να τὸ καταλάβουμε• εἶναι ἀναγκαῖο. Ἐμεῖς συνήθως νομίζουμε ὅτι μετάνοια εἶναι κάπως νὰ διορθώσουμε λιγάκι τὴ ζωή μας, κάτι συνήθειες νὰ ἀλλάξουμε. Καλὰ εἶναι αὐτὰ καὶ πρέπει νὰ τὰ κάνουμε, καὶ ἀναγκαῖο εἶναι. Ἀλλὰ μετάνοια δὲν εἶναι αὐτό. Μετάνοια εἶναι τὸ βάπτισμα. Βουτᾶς ὁλόκληρος στὸ νερὸ καὶ βγαίνεις ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν μᾶς ραντίζει, ἀλλὰ μᾶς βαπτίζει καὶ οἱ ἱερεῖς βουτοῦν τὰ παιδάκια ὁλόκληρα στὸ νερό, νὰ μὴ μείνει τίποτα χωρὶς τὸ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, νὰ μὴν μείνει κάτι σὰν τὴν ἀχίλλειο πτέρνα. Ἔτσι κι ἐμεῖς νοερὰ καὶ πνευματικὰ τώρα πρέπει αὐτὴ τὴν νέκρωση νὰ κάνουμε. Μετάνοια δὲν εἶναι νὰ γυρίσουμε ἁπλὰ τὸ τιμόνι καὶ νὰ ἀλλάξουμε κατεύθυνση. Ἡ μετάνοια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ νέκρωση καὶ μιὰ ἀνάσταση. Εἶναι μιὰ ἑκούσια νέκρωση, μιὰ κατὰ χάριν μετοχὴ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ μιὰ πραγματικὴ ἀνάσταση τῆς δικῆς μας ζωῆς.

Πῶς τελειώνει τὸ Εὐαγγέλιο τοὺ Ἀσώτου; Μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ πατέρα γιὰ τὸν ἄσωτο υἱό του ὅτι «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε» (Λουκ. ιε΄ 24), ἦταν νεκρὸς καὶ ἔζησε. Ἦταν νεκρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νεκρώθηκε ξανὰ τὴν καλὴ νέκρωση μὲ τὴν ταπείνωση καὶ ἀναστήθηκε στὴ ζωὴ τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ πατέρα του. Αὐτὰ βλέπουμε καὶ σ᾿ ὅλα τὰ παραδείγματα τῶν μετανοούντων ποὺ μᾶς δίνει ἡ Ἐκκλησία μας. Ὁ ἄσωτος μὲ τὴν μετάνοια κέρδισε τὴν υἱοθεσία. Ἡ πόρνη μὲ τὴν μετάνοια δέχθηκε τὸ δῶρο τῆς προφητείας• ἡ προσφορὰ τοῦ μύρου ἦταν προφητικὴ κίνηση ἀναφερόμενη στὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ ληστὴς ἔλαβε τὴ χάρι τῆς ὁμολογίας, ὁ τελώνης τὴ δυνατότητα τῆς ἐξαγγελίας τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας.

Πραγματικὰ λοιπόν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁλόκληρος αἰσθανθεῖ τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας ἐπάνω του μὲ πόνο, ταπείνωση καὶ ἐλπίδα, τότε ἀνοίγει ἐντελῶς ἐλεύθερα καὶ ἡ ψυχὴ του γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ πραγματικὰ μεταμορφώνεται σὲ ἀναστημένο ἄνθρωπο.

Ἂς κάνουμε καὶ δυό-τρεῖς ἀκόμη παρατηρήσεις στὰ τροπάρια. Ἡ πρώτη παρατήρηση εἶναι ὅτι ἐπικαλεῖται ὁ ὑμνωδὸς συνέχεια τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, «ἀλλ᾿ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει»• ἀλλὰ ὡς οἰκτίρμων ποὺ εἶσαι καθάρισέ με μὲ τὸ εὔσπλαγχνο ἔλεός Σου, μὲ τὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεός Σου. Δὲν τολμοῦμε νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, οὔτε κἂν τὴν ἀγάπη Του• ἐλπίζουμε μόνο στὸ ἔλεός Του, στὴ χάρι Του.

Καὶ μιὰ δεύτερη παρατήρηση• ἡ λέξη «ἀλλὰ» ἐμφανίζεται δύο φορές: «ἀλλ᾿ ὡς οἰκτίρμων», καὶ «ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου». Ἆρα γε ὑπάρχει τυχαῖα ἢ ἔχει κάποιο λόγο; Ἐπίσης, δὲν λέει τὴν πύλη τῆς μετανοίας, ἀλλὰ λέει «τὰς πύλας» τῆς μετανοίας. Οὔτε λέει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, τὴν τρίβον, ἀλλὰ «τὰς τρίβους» τῆς σωτηρίας. Τί κρύβουν ἀλήθεια αὐτοὶ οἱ πληθυντικοί; Τί ὑπονοεῖ αὐτὸ τὸ «ἀλλά»; Ποιὸς ὁ λόγος τῆς ἐπίμονης ἐπικλήσεως τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους; Θὰ κάνω μιὰ πολὺ πρακτικὴ καὶ μηχανικὴ παρατήρηση, ἕνα σύντομο σχόλιο καὶ θὰ τελειώσω.

Καὶ ἡ παρατήρηση εἶναι ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἐρωτήματα κρύβονται ἰσάριθμες λέξεις ποὺ καὶ οἱ τρεῖς κατὰ συγκυρία ἀρχίζουν ἀπὸ ε καὶ λ. Τὸ λέω γιὰ νὰ τὸ θυμᾶσθε.

Ἡ μία εἶναι τὸ ἔλεος, ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ τρίτη εἶναι ἡ ἐλπίδα. Χωρὶς αἴσθηση ἐλέους, χωρὶς βίωμα ἐλευθερίας καὶ χωρὶς ἐμπειρία ἐλπίδος δὲν γίνεται μετάνοια. Ὁ ἄνθρωπος φθάνει σὲ ἀπόγνωση, φθάνει στὸ νὰ σιχαθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ αὐτοκαταστραφεῖ. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι ἡ ἀληθινὴ μετάνοια ἀλλά, ὅσο πιὸ βαθειὰ προχωρεῖ κανεὶς στὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας του καὶ στὴν αὐτοκατάκριση, τόσο πιὸ πολὺ φουντώνει αὐτὸ τὸ «ἀλλά» τῆς ἐλπίδας. «Ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας Σου». «Ναί, Θέε μου, ξέρεις ποιός πράγματι εἶμαι, καὶ χειρότερος ἀπ᾿ ὅσο μπορῶ νὰ καταλάβω. Ἡ πεποίθηση, ὅμως, ὅτι ἔχεις Ἐσὺ ἔλεος ἀμέτρητο καὶ εὐσπλαγχνία ὅση ἡ ἀγάπη Σου, μοῦ δίνει ἕνα θάρρος καὶ γεννᾶ μέσα μου μιὰ τόλμη• τὴν τόλμη νὰ ἀνιχνεύσω καὶ νὰ βολιδοσκοπήσω μέσα στὴν ἄβυσσο τῶν δικῶν μου παθῶν καὶ ἐκεῖ νὰ ἀνακαλύψω τὴν ἀνεξιχνίαστο ἄβυσσο καὶ τὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τοῦ δικοῦ Σου ἐλέους». Αὐτὴ ἡ αἴσθηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ γεννᾶ τὴν ἐλπίδα.

Καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς πόρτες μετανοίας καὶ πολλοὶ δρόμοι σωτηρίας εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία μας. Δὲν ὑπάρχει ἕνα μόνο μονοπάτι, καὶ δὲν ὑπάρχει μία μόνο πόρτα γιὰ νὰ μπεῖ κανεὶς στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μονόδρομος. Ἀλλὰ ὑπάρχουν πλῆθος τρόποι, πολλοὶ δρόμοι, ἄπειρες πόρτες ποὺ μάλιστα εἶναι καὶ πῦλες, πλατειὲς δηλαδὴ πόρτες ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ περάσει στὴ σωτηρία καὶ στὴν εὐλογημένη αὐτὴ κατάσταση γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦμε.

Τὸ Τριώδιο προχωρεῖ. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ φθάνουμε σιγὰ-σιγὰ καὶ στὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Τὸ ταξείδι τῆς μετανοίας γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας μπορεῖ νὰ φαίνεται μακρύ• δὲν εἶναι, ὅμως. Μπορεῖ νὰ φαίνεται δυσανάλογα βαρὺ γιὰ τοὺς ἀνθρώπινους ὤμους μας• οὔτε κι αὐτὸ συμβαίνει. Εἶναι ἕνα εὐλογημένο ταξείδι, στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς ὅλους μας, μὲ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας, μὲ τὸ σύνολο τῆς διαθέσεώς μας νὰ τοῦ προσφερθοῦμε. Ἔτσι μόνο θὰ ζήσουμε, μέσα στὴν καρδιά μας, αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, αὐτὸ τὸ ἔλεος καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθηση τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἔτσι θὰ ἀξιωθοῦμε ὅταν θὰ φθάσουμε στὴν εὐλογημένη ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, μαζὶ μὲ τὴν δική Του Ἀνάσταση, νὰ γιορτάσουμε ὁ καθένας μας καὶ τὴν δική μας διὰ τῆς μετανοίας προσωπική του ἀνάσταση. Ἀμήν.

Κείμενο του Μητροπολίτη Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικολάου