Ο ποιητής Άσσος Σταμούλης (1948-2000)

Ο ποιητής Άσσος Σταμούλης (1948-2000)

(Επιμέλεια κειμένων Κώστας Τσόλκας)

Πριν από λίγες μέρες και συγκεκριμένα στις 10 Δεκέμβρη, συμπληρώθηκαν 20 ολόκληρα χρόνια από το θάνατο του Σταμνιώτη ποιητή Άσσου Σταμούλη, του ποιητή της καρδιάς και των δυνατών συναισθημάτων, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 52 ετών, αφήνοντας πίσω του σημαντικό στίγμα στα γράμματα της πατρίδας μας, σύμφωνα και με την άποψη σημαντικών ομοτέχνων του, λογοτεχνών και κριτικών.

Προς τιμήν του ποιητή έχουν γίνει μέχρι σήμερα τρεις εκδηλώσεις-αφιερώματα. Η πρώτη στις 14 Δεκέμβρη 2002 με τη συμπλήρωση 2 χρόνων από το θάνατό του και με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1987-1988», με διοργανωτή το ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ στο Δημαρχιακό Μέγαρο Καλλιθέας στην Αθήνα. Μίλησαν για το έργο του οι λογοτέχνες Νίκος Ανώγης, Δημήτρης Καραμβάλης, Γιώργος Πετρόπουλος, Βασιλική Λεονταρίτη και Λένα Κωνσταντέλλου, ενώ ποιήματά του απήγγειλε η ηθοποιός Λυδία Λένωση, καθώς επίσης και οι Μαριάννα Βλάχου-Καραμβάλη, Έμυ Κορδά και Ευαγγελία Τσώλη. Επίσης, για τον άνθρωπο Άσσο Σταμούλη μίλησε ο Πρόεδρος του Μορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου Σταμνάς Κώστας Τσόλκας.

 Η δεύτερη κατά σειρά εκδήλωση προς τιμήν και με ιδιαίτερη επιτυχία,  έλαβε χώρα στη Σταμνά, στις 28 Αυγούστου 2010 με αφορμή τα 10 χρόνια από το φευγιό του, με συνδιοργανωτές τη Δανειστική Βιβλιοθήκη Σταμνάς, το περιοδικό «Ώλενος» και την πολιτιστική εταιρεία «Αιτωλικό-εν-Πολιτισμώ».  Για το έργο του ποιητή  μίλησαν ο κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος και ποιητής Δημήτρης Καραμβάλης,  η ποιήτρια Ευαγγελία Τσώλη, η οποία διάβασε και την κύρια εισήγηση της εκδήλωσης γραμμένη από την κριτικό λογοτεχνίας και δοκιμιογράφο Λένα Κωνσταντέλλου. Στην ίδια εκδήλωση μίλησε στο τέλος η πολυβραβευμένη συγγραφέας αείμνηστη Ακακία Κορδόση, ενώ για τον άνθρωπο Άσσο Σταμούλη μίλησαν ο Καθηγητής Ιατρικής Παν/μίου Αθηνών Πνευμονολόγος και ξάδερφος του ποιητή Δημοσθένης Μπούρος, ο δημοσιογράφος Νίκος Αλιάγας και ο Πρόεδρος του Μορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου Σταμνάς Κώστας Τσόλκας.

Την τρίτη αντίστοιχη εκδήλωση-φιλολογική βραδιά διοργάνωσε στις 9 Δεκέμβρη 2010 στο Δημαρχείο Καλλιθέας στην Αθήνα, ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Καλλιθέας στο Δημαρχείο Καλλιθέας στο πλαίσιο του κύκλου ανάλογων εκδηλώσεων, την Πέμπτη 9 Δεκέμβρη 2010, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από το θάνατο του ποιητή. Εκεί μίλησαν σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων, όπως ο Αλέκος Φλωράκης, διδάκτωρ εθνολογίας-λαογραφίας, ποιητής και φίλος του Άσσου Σταμούλη, ο κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος και ποιητής Δημήτρης Καραμβάλης, η δοκιμιογράφος Λένα Κωνσταντέλλου, ο λογοτέχνης Νίκος Ανώγης, η ποιήτρια Ευαγγελία Τσώλη, ενώ για τον άνθρωπο Άσσο Σταμούλη έκανε αναφορά ο Πρόεδρος του Μορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου Σταμνάς Κώστας Τσόλκας.

Ως ελάχιστο φόρο τιμής για τα 20 χρόνια από το θάνατό του, θα επιχειρήσουμε από την ιστοσελίδα του χωριού μας μια μικρή αναδρομή στο έργο του, μέσα από τα κείμενα που διάβασαν οι προαναφερόμενοι λογοτέχνες στις εκδηλώσεις αυτές, καθώς επίσης και μέσα από αρχειακό και φωτογραφικό υλικό το οποίο κατέχει η Βιβλιοθήκη της Σταμνάς και το οποίο μας παρέδωσαν  οι φίλοι του ποιητή και ο αδερφός του Γεώργιος. Τα κείμενα αυτά καθώς επίσης βιογραφικά στοιχεία και αναφορά στο έργο του, έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό του χωριού μας «Ώλενος» (τεύχη 89, 90, 91 και 92 κατά τα έτη 2010 και 2011), ενώ οι περισσότερες φωτογραφίες του ποιητή από τη ζωή του στην Αθήνα, το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη και τη Σταμνά δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Σε επόμενες αναρτήσεις/δημοσιεύσεις μας, τις ηλεκτρονικές σελίδες του χωριού μας, θα κοσμήσουν τα εξώφυλλα των βιβλίων του καθώς και ποιήματά του.

Μικρό οδοιπορικό  μνήμης  του ποιητή Άσσου Σταμούλη

Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη  (Σταμνά, 28/08/2010)

Ο ποιητικός λόγος του Άσσου  Σταμούλη  είναι χειμαρρώδης, ακραίος , οριακός, ασυμβίβαστος κι επαναστατικός. Στο έργο του συναντώνται πολλές τάσεις και τεχνοτροπίες, άλλοτε παραδοσιακοί στίχοι, κι άλλοτε πάλι ελεύθεροι, κι ο ποιητής δεν δεσμεύεται μορφικά. Η πολύχρονη αυτοεξορία του στο Παρίσι κυρίως, επιδρά κατ’ ανεπανάληπτο τρόπο στην ψυχοσύνθεσή του.  Έχει το χάρισμα της αμεσότητας και της χωρίς φτιασίδια πολύχυμης πρόσβασης. Μιλά για την σκληράδα των ανθρώπων, την περιφρόνηση και την αχαριστία, όμως τιμά την αντρειοσύνη, την γενναιότητα και την λεβεντιά. Ηποιητική του γραφίδα αποστάζει από ελληνικότητα που είναι τρόπος και στάση ζωής πρωτίστως, κι όχι ένα κατασκεύασμα προς θήραν επαινετικών κριτικών. Ο Άσσος Σταμούλης μιλά έξω από τα δόντια.

                          «Αν ποτέ σου, το  χεις νοιώσει αλήθεια

                         τι πίκρες κυβερνούν τον κόσμο

                          παρακαλώ σε πες μου το

                         Σα λυσσασμένα σκυλιά, δεμένες όλες,

                         Τις κρατάω στα στήθια μου».

Στο βιογραφικό του, πλούσιο ομολογουμένως, θα  συναντήσει κανείς ετερόκλητα και αντιφατικά στοιχεία, αλλά αυτά ακριβώς είναι εκεί να του φέρνουν το άρωμα και την «οσμήν ευωδίας πνευματικής»,  Ο Σταμούλης κάνει περίτρανα πράξη την ρήση του ποιητή Οδυσσέα  Ελύτη 

«Δεν πα να μην αρέσεις

Το πάν είναι η ρότα σου».

Ο ποιητής έχει βιώσει κατάσαρκα τον ανθρώπινο πόνο, και τούτη η εμπειρική βίωση της οδύνης μετρά καταλυτικά  στο έργο του. Μιλά για την ανθρώπινη υποκρισία και την στηλιτεύει, δίχως φραγμούς, δίχως όρια και καθωπρεπισμούς, μιλά για το άρωμα του ποιητικού  λόγου και το θείο του  χάρισμα.

            «Διαβάστε στα παιδιά τη μαγεία των στίχων  μονάχα των στίχων».

Μιλά για τους ανθρώπους που έτυχε να συναντήσει στο διάβα του χρόνου, μέσα σε τούτη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξης που λέγεται ζωή, υποκριτές, ψεύτες, παλιανθρώπους.  Ο λόγος του είναι ποιητικός και συνάμα ηφαιστειακός, δίχως συμβιβασμούς και ωραιοπρέπειες.

Αγαπάει ακόμη το όνειρο και τις πρώτες του αγάπες. Οριοθετεί τι είναι ποίηση κι ακόμη γράφει τη μεγάλη αλήθεια πώς  ‘‘είμαστε όλοι ποιητές μα δεν το υποψιαζόμαστε’’. Είναι γιομάτη μουσικότητα και χρώματα η ποίηση του  κι ο ίδιος αναπολεί τη γλυκιά πατρίδα έστω και αν τον πικραίνει, ανατρέχει στην ελληνική ιστορία με παραδείγματα ξεχωριστά και συνδέει τον κατακερματισμένο χρόνο δίνοντας τρόπο και στάση ζωής κι όχι αφηνόμενος σε ευχολόγια και διαπιστωτικές καταγραφές, με την ανθρώπινη μοναξιά που τον τυλίγει και την αίσθηση της ελευθερίας και το ακριβό της τίμημα

                                          «Σα θέλεις λεύτερος να νοιώσεις

                                         Πάρ το απόφαση  πως είσαι μόνος»

Στίχοι από ποίημα γραμμένο στο Παρίσι με πρόδηλη την απογοήτευση και την αδιαφορία, την παγερή αδιαφορία που συνάντησε. Μιλά για τη βιβλιοθήκη που με τόσους κόπους και στερήσεις  έφτιαξε σιγά – σιγά μα και την απόφαση του να την πουλήσει μια και κόντευε να πεθάνει της  πείνας «τη βλέπω τώρα αδειανή και σκίζεται η καρδία μου».  Βέβαια τα χρόνια που ακολούθησαν, κατάφερε να δημιουργήσει μεγάλη βιβλιοθήκη με εξαιρετικά βιβλία και χίλιες στερήσεις.

Πάντως, θα έλεγε  κανείς πως τα ποιήματά του αποτελούν σελίδες ημερολογιακές και καταγραφές ενός πικρού οδοιπορικού, με όνειρα και οράματα, διαψεύσεις και πίκρες,  κι όμως, ο Άσσος Σταμούλης κατόρθωσε να παλέψει μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Μιλά για τις χαμένες αγάπες, την άρνηση να τον ακολουθήσουν στην ξενιτιά, «φύγε αν θες, φκιάσε χρήματα και τότε γύρισε να με αγοράσεις, έτσι  το θέλουν οι δικοί μου», μας ξεναγεί τα γαλλικά  βουλεβάρτα και την υποκρισία των καταστάσεων, το πάθος και την τρυφερότητα, το δήθεν, την ακραία εκδοχή που δυστυχώς τις περισσότερες φορές  συμβαίνει.

«Μέσα σε ένα ροζ  αμάξι πάντα μεσάνυχτα ένας άντρας και μια γυναίκα στα ροζ πάντα και οι δυο τους ντυμένοι για πάντα με το ίδιο πάθος θα φιλιούνται, μα τι λέω ο αφηρημένος, διορθώνω αμέσως   θα πουλιούνται».

Μιλά για ανθρώπινα ναυάγια, τραγουδά την αβάσταχτη πίκρα του κόσμου, την πικραμένη μάνα που καρτερά, το μαρτύριο των παιδιών με τα μπουκάλια με τα δηλητήρια και τις πια αισθησιογόνες σκόνες, την πεποίθηση την ακλόνητη  πεποίθηση για την μετά θάνατο ζωή

                «Διαβάτη μην κρύβεσαι  υπάρχει θεός».

Επηρεασμένος θετικότατα από τον ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, μεταλαμπαδεύει τους στίχους του την  ατμόσφαιρα και την λυρική υπόσταση των πραγμάτων των γεγονότων και των καταστάσεων κι είναι τόσο λυρικός και ρομαντικός όσο και ρεαλιστής κι επαναστάτης. Η νοσταλγία διαπνέει απ’ άκρο σ’ άκρο το έργο του, όμως οι θλιβερές καταστάσεις της καθημερινότητας μαζί με τον αυθορμητισμό που τον διαπνέει  και σαν άνθρωπο όσο και σαν ποιητή, γιατί αυτά τα δυο ήταν αξεχώριστα για όσους είχαν την τιμή και την χαρά να είναι φίλοι του, κάνει τον στίχο του άμεσα παλλόμενο και πυρίκαυστο, γιομάτο με τις συναυλίες των τζιτζικιών της πατρίδας του, την πνοή του έργου του Ελύτη  ‘’έρως άνεμος λευκός  περιστεριού’’ όπως τόσο εύστοχα τον σκιαγραφεί, έχει θάρρος να βροντοφωνάζει  στο συνομιλητή του για το δένδρο που δεν θα φύγει έστω και αν το κάψουν ή το κόψουν ή ο δυνατός αέρας το ξεριζώσει

                           «Από μόνο του λοιπόν γιατί έχει ρίζες

                          Δεν θα φύγει και πάλι

                          Ολόκληρο η κομμάτια

                          Στην αυλή θα κείτεται».

Μιλά για την σύγχρονη λαίλαπα αυτή των πυρκαγιών τους εμπρηστές τα ανθρωπόμορφα κτήνη που βάζουν φωτιές και σαν σύγχρονοι Νέρωνες απολαμβάνουν την πραμάτεια τους, για τους άνανδρους και τους πουλημένους, όπως τους χαρακτηρίζει, την ομορφιά και το κάλλος της Αρχαίας Ελλάδας καίουν τα αθώα ιερά μας δάση της Ελλάδος, το προαιώνιο, τα ασύγκριτο αρχαίο κάλος, τις Μούσες και το ανθρώπινο, προσβάλλοντας της ψυχής μας συντρίβοντας την θεά Άρπα.  Σκουλήκια’’.

Μια ποίηση παντός καιρού, ένα διαρκές σφυροκόπημα κι έλεγχος των Ερινυών, μια ποίηση που δεν κρύβει τίποτα και τολμά να χτυπήσει τα κακώς κείμενα.

Ο Άσσος Σταμούλης ήταν ένας Ζάν Μορεάς (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος)  του σύγχρονου καιρού, μιας και φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την θανή του και επηρέασε πολλούς στο Παρίσι.

Η ποιητική του γραφίδα συχνά παραπέμπει στον πλούτο των δημοτικών μας τραγουδιών, τόσο στην θεματολογία του όσο και στην εκφραστική του δεινότητα και βέβαια ανήκει στους  ποιητές που επικεντρώνουν στο προκείμενο τον τρόπο δράσης.

Διηγείται στιγμιότυπα από την ζωή του αλλά τα εστιάζει στα διαχρονικά μηνύματα και στις διαστάσεις  αλλά και φιλοσοφεί ποιητικά. Ας τον ακούσουμε:

                                 «Μα στη ζωή το πάν να καταλάβεις είναι

                                 Κι όλα τα’ χεις όταν τίποτα δεν έχεις – τότε μόνο

                                στ’ αλήθεια γίνεσαι και παραμένεις λεύτερος»

Η ποίηση του είναι ακριβώς όπως κι αυτή του Παλαμά εθνική και οικουμενική ταυτόχρονα, όπως άλλωστε και κάθε μεγάλη ποίηση που μιλά για τα πανανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές της αδελφοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Μιλά για το ρεμπέτικο τραγούδι, την αμεσότητα και την διαύγειά του, για την λαϊκή παράδοση και τον πολιτισμό που κουβαλάει μέσα του, την συμπεριφορά των ‘’εσαεί αισχρώς, υπογείως κτηνωδώς και αλητήριων’’ έτσι όπως συμπεριφέρονται στους καλλιτέχνες και τους πνευματικούς δημιουργούς  και το γνωστό Υπουργείο δολοφονίας ποιητών …

Στη μνήμη του  αναπολεί τ’ όμορφο πανηγύρι των παιδικών του χρόνων, της Σταμνάς, με πίπιζες και τους ζουρνάδες και τον ξερό κρότο του νταουλιού, τ’ άρματα που βροντούν με τους λεβέντες φουστανελοφόρους.

Στο έργο του συγχωνεύει καθαρεύουσα και δημοτική σ’ ένα κράμα που οδηγεί σε ξεχωριστό ύφος κι αποδεικνύει  την ενότητα της Ελληνικής γλώσσας με ένα προσωπικό ύφος μοναδικό. Είναι ακόμα επηρεασμένος από τον γαλλικό σουρεαλισμό και τους καταραμένους ποιητές όπως «δελφίνια νερένια ίπτανται», η ακόμη έχοντας διονυσιακής μέθης και παλμούς  και καλβικής ακόμη υπόστρωσης, με κινητικότητα και εικονοπλασία «ανοίγουν αφρίζουν χορεύουν και άδουν τα νερά», με καταγγελία των συμμάχων «Τυράννων  και δολοφόνων Αθώων κι αδυνάμων λαών» αλλά και την  καταγγελία των Εγκληματιών και Προδοτών αλλά και την καταγγελία του πονηρού ……… δήθεν νεοέλληνα που σαν βατράχι ακούει και χάφτει  και χειροκροτά τους ατάλαντους και τους αναίσχυντους, αλλά και την συνειδητοποίηση σε δύσκολους καιρούς όπως

                            « Έλληνες

                               η ιστορία μας αμείλικτα βουίζει

                               Στα κεκτημένα λυσσώδης η άμυνα

                               Στα αλύτρωτα βροντώδης η επίθεση». 

Νοιώθει την ανάγκη να απευθυνθεί στον Ρήγα τον Βελεστιλή, τον πύρινο ψάλτη όπως γράφει, απόστολο και πρωτομάρτυρα της Ελευθερίας. Αλλά δεν παραλείπει συχνότατα να ανατρέχει και στην ποιητική λειτουργία και την αποστολή της. Ας δούμε πόσο επιγραμματικά παραπέμπονται στον εθνικό μας ποιητή γράφει.

                               «Η ποίηση δεν  είν’  δολοπλοκίες, Αυτή απ΄ αρετή μονάχα  γίνεται  Αμαζόνα μονάχ’ από Αρετήν και Τόλμη».

Διακηρύσσει πως ένας ελεύθερος και τίμιος άνθρωπος γίνεται ποιητής κι αυτό γιατί 

                                     Στην ψυχή τ’ αληθινού ποιητή

                                     Φιλοδοξία για άρχειν

                                      Ούτε ίχνος δεν υπάρχει.

Εδώ διαχωρίζει ποίηση και πολιτική και αναφέρεται στον Νέρωνα  «που κάτω απ’ τις στάχτες της φωτιάς τους ηλίθιους στίχους του έκαψε».

Γυρνά στην πύλη του Ρωμανού που τον αποκαλεί Άγιο και στα Μαρμαρένια Αλώνια, για την φωτεινή μορφή του Φώτη Κόντογλου  και την θαρραλέα του στάση και αντίσταση σε ότι ξενότροπο και  δυτικό τρόπο, κι ο Κόντογλου είχε για ένα διάστημα περιπλανηθεί στην Ευρώπη και στη Γαλλία .

Μιλά για το μεγάλο όραμα της ρωμιοσύνης τους άδικους νόμους και την υποκρισία των κρατούντων κι ακόμη εκφράζει την ακράδαντη πεποίθηση πως αν κυβερνούσαν σ’ αυτόν τον τόπο οι ποιητές τότε θα υπήρχε πραγματική δικαιοσύνη 

                                Τ’ αληθινό πρόσωπο της αδικίας

                                 Αυτή η ίδια η εξουσία είναι ω πόσο

                                 Μισώ αυτή τη λέξη τα πρόσωπα προ πάντων

                                 Οιασδήποτε αρχής και εξουσίας .

                                 Ο Όμηρος δεν είχε καμίαν εξουσία

                                 Κι  ο Κάλβος ούτε κι αυτός καμία  παρά

                                 Μονάχα μία την εξουσία των στίχων μα…

                                 Σαν ήταν τέτοιες οι εξουσίες

                                 Τι θαυμαστά τι γρήγορα ω ναι

                                 Τι γρήγορα η γης  θα λυτρωνόταν.

Πάλλει και πάλλεται από Ορθοδοξία και υμνεί τον Χριστό που με πήρε το φραγγέλιο και καθάρισε τον οίκο του πατρός του από τον οίκο εμπορίου που τον κατάντησαν. Είναι με τους τίμιους κι απλούς ανθρώπους και συντάσσεται  μαζί τους και με τις καθαρές τους συνειδήσεις, στηλιτεύει την κάθε μορφής εκμετάλλευση, καταγγέλλει τυχοδιώκτες και ανδρείκελα της εξουσίας.

Αποκαλεί πολυαγαπημένη την Ελευθερία μάχεται για φως άπλετο φως και ειρήνη, μιλά για το φρικτό σκοτάδι της υποδούλωσης, κι όμως

    « Εδώ λέω, αν και κρεμασμένος πάντα ανάποδα

     πάντοτε ψηλά να βρει κι εκτινάζει

     κι αδειάζει  μεμιάς μες τους αιθέρες

     όλα τα μπουρλότα του ο  γκιώνης» .

Μέσα σε ένα απέραντο πεδίο βολής, ή  μέσα σε ‘’μια ατέλειωτη σιγή- πομπή θανάτων’’ περιμένουν οι πάντες κι όλα συνηγορούν για την  ανάσταση.

Έχει και παλμό και αγωνιστική διάθεση και αξιόμαχη είναι η ποίηση του Άσσου Σταμούλη κι ακόμη έχει αισιοδοξία και ρυθμό και όραμα και παλμό και πάθος .

Ας δούμε πως καταφέρνει μέσα από δυο μονάχα  στροφές στο  ποίημα που επιγράφεται – ΡΥΘΜΟΣ ‘’ και που γράφτηκε  στο Παρίσι πριν τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, και δίνει έναν τόνο αισιοδοξίας και παρηγοριά και δύναμη ψυχής «για πονούντες και θλιβομένους» 

ΡΥΘΜΟΣ

Σαν η νύχτ’ αρχινάει να πέφτει

Και μονάχο πάντα σε βρίσκει

Ποτέ προπαντός μη φοβάσαι

Μα ‘ πομέσα πάντα να λες .

Μέσα από τον ύπνο πάλι χαράζει

Σίγουρη σε τούτο καρδιά μου να είσαι .

‘Έλα αναπάψου για λίγο κι απόψε

κι αύριο πάλε μαζί προχωράμε.

Ο Άσσος Σταμούλης είναι άριστος χειριστής του αλάθητου εργαλείου της  γλώσσας και κάνει πράξη τη ρήση της αλησμόνητης συγγραφέα Ουράνας Διομάρτη πως «ο ποιητής γράφει την αληθινή ιστορία του κόσμου» ξέχωρα από την παράθεση γεγονότων και αριθμών….

Το στοιχείο του πόνου, αφετηρία και ζείδωρο και εν πολλοίς λυτρωτικό, γίνεται φάρος για το «ορθόπλωρο καράβι» της ποιητικής του γραφίδας κι όπως γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά

             ‘’Υδάτινη αστραπή της ποίησης του ‘’

Μιλά για τις αγάπες εκείνες που «άντρεψαν»  απ’ τις καρδιές των ανθρώπων και γίνηκαν «εμετικά φιλιά σε χείλη ψυχρά των αγαλμάτων», για την μοναξιά και τον γκιώνη, «το πικρό τραγούδι της νύχτας που πέφτει» ………

Σκιαγραφεί τον ίδιο  τον εαυτό του που «με φτερωτά σπαθιά κυνηγά καμπυλωτούς ανέμους» την ελευθερία και την δύναμη του ενός, την πυξίδα- φάρο ζωής που τον καλεί και τον δονεί σύγκορμο και που στέλνει προσκλητήριο  και μας.

«δεν έχεις τίποτε;  τα πάντα έχεις.

Με τις ματιές μας εξουσιάζουμε  τα πάντα

Με τις καρδιές μας τα πλάθουμε δικά μας ….»

Αυτή είναι η ποίηση  του Άσσου Σταμούλη γιομάτη παλμό και συναίσθημα μια παρηγορήτρα και ζείδωρη πηγή ζωής. Ένας ποιητής  με άγρυπνη φωνή συνείδησης και χρέους. Ένας αληθινός ποιητής που δικαιώνεται η γραφή του και που τραβάει το μοναχικό δρόμο του ξένου, έτσι όπως τον είδε ο Άλμπερτ Καμύ στο έργο του, του αδιαπραγμάτευτου   πολεμιστή, του ξάγρυπνου απελάτη  του ξωμάχου αγρότη, του ευαίσθητου παλμογράφου των καιρών, του ανυπόταχτου αγωνιστή, του αιώνιου Έλληνα

«Πατρίδα μου γλυκιά πως με σταυρώνεις

με πανάρχαια Ιστορία, θάμβους και τόσον ωραίους

Πόθους και ύμνους  και θρύλους και Μύθους

Και Μνήμες και Μνημεία  κι Αγάλματα ομιλούντα

Και Ζωγραφιές και Λόγους – Ήλιους – τα  πάντα ,

Πανάρχαια  και νέα, καταζώντανα  γενναία» .

Ευχαριστούμε τον ποιητή Άσσο Σταμούλη.

Η ποίηση του Άσσου Σταμούλη

(κείμενο της Λένας Κωνσταντέλλου, Σταμνά 28/08/2010)

Συγκεντρωθήκαμε σήμερα όλοι εδώ για να τιμήσουμε ένα φίλο που έφυγε από κοντά μας, πάνε κοντά δέκα χρόνια.

Εμείς χάσαμε έναν πολύτιμο φίλο και η Ποίηση ένα παθιασμένο εραστή.

Αν σήμερα υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ανακαλύπτουν την ποίηση παντού, αν υπάρχουν ακόμα κάποιοι που γράφουν ματώνοντας και δεν ζουν πάρα για να γράφουν τότε σίγουρα ένας απ αυτούς ήταν ο Άσσος Σταμούλης.

Ανάμεσα στην ποίηση που φιλοσοφεί κι εκείνη που βιώνεται ο Σταμούλης τασσόταν υπέρ της δεύτερης. Δεν σημαίνει βέβαια αυτό ότι ο Σταμούλης δεν υπήρξε άτομο σκεπτόμενο. Απλά δεν αναλώθηκε σε θεωρητικές και εγκεφαλικές ακροβασίες. Οι στίχοι του μεταδίδουν την αμεσότητα και την ενεργειακή δύναμη της φωτιάς όπως και την οδύνη μιας ακατάπαυστα αιμορραγούσας πληγής.

Αν σ’αυτό το δίπτυχο της προσωπικότητας του προστεθεί μια ανόθευτη ψυχική αγνότητα και η παρρησία ενός ελεύθερα σκεπτόμενου και εκφραζόμενου ποιητικού φρονήματος θα έχετε μια εικόνα της ουσίας της ποίησης του.

Στο πρώτο του βιβλίο «Ισπανική Κραυγή» που χαρακτηρίζεται από την παρθενικότητα του πρωτολείου ο ποιητής αναφέρεται στην εμπειρία που ασκεί, επάνω του το ταξίδι στην Ισπανία του Λόρκα, την εποχή που εγκατέλειψε, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, οριστικά και αμετάκλητα μεσ’ στην ψυχή του την ύλη και άρχισε με ασίγαστο πάθος να κυνηγά τους ανέμους ή όπως γράφει ο ίδιος «την ουσία της αβεβαιότητας, την ψυχή του αληθινού κόσμου». Γράφει αυτά τα πρώτα του ποιήματα τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 1974 όταν επισκέπτεται την Ισπανία την εποχή που ο αιμοσταγής τύραννος Φράνκο είναι βαριά άρρωστος. Σε ένα αποκαλυπτικό όραμα του παρουσιάζεται ο μεγάλος Ισπανός ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα που μέσα απ’ την μεταφυσική του διάσταση φωτίζει το πνεύμα του διευρύνοντας την συνείδηση του και δίνοντας του το χρίσμα της ποίησης.

Η μαγική επίδραση του ισπανικού τοπίου συνυφασμένη με την αποκαλυπτική απήχηση της ποίησης των μεγάλων Ισπανών ποιητών τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση του ποιητικού του δώρου, που είναι η αναγκαιότητα της ποιητικής γραφής σαν μοίρα αναπόφευκτη, ταυτόσημη με την ζωή τόσο που να σου δίνει την εντύπωση η ποίηση του Σταμούλη ότι αν δεν εκφραστεί θα τον σκοτώσει.

Η μοίρα των εθνών και ο φλογερός πόθος για ελευθερία τον κινητοποιεί έντονα όσο και η επιθυμία του για ελευθερία στην έκφραση, – ο Σταμούλης δεν προσποιείται, λέει τα πράγματα με το όνομα τους – κάτι που εκφράζεται έντονα και στην ποιητική σύνθεση : «Τετραλογία του προτελευταίου ζοφερού χαμόγελου της Γοργόνας» που περιλαμβάνεται στο τελευταίο του βιβλίο «Τα Μπουρλότα του Γκιώνη» και όπου σαν απάντηση στην πλάγια ερώτηση της αδερφής του Μεγαλέξανδρου αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, αναλώνεται σε ένα δριμύ κατηγορητήριο ενάντια σε όλους εκείνους τους απογόνους του που σπιλώνουν την εθνική μας κληρονομιά. Η προμετωπίδα με τα λόγια του Ρ. Φερραίου : « Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται, καλά» είναι κάτι που ταιριάζει απόλυτα, μια που ο πόθος για την ελευθερία τον κατατρώγει κι αλήθεια τι άλλο είναι η ποίηση από αποκρυστάλλωμα ελευθερίας;

Άσσου Σταμούλη από την ποιητική συλλογή «Ισπανική Κραυγή» στον Bernard Couitecuisse

κάμποι της ανδαλουςιας

Είχα πάρει το φεγγάρι στην πλάτη μου

  μεσάνυχτα στης Ανδαλουσίας τους κάμπους,

και πήγαινα σκυφτός και μοναχός

κάτω απ’ τους ελαιώνες…

Τώρα που θυμούμαι πάλι και πάλι,

τριζόνια βουίζουν στ’ αυτιά μου

κόκκινη την βλέπω την σκόνη των ποδιών μου.

Σαν άπειρες αχτίνες φωτεινές μες σε νερό,

  γύρω απ’ το φεγγάρι, τα μαλλιά μου χορεύουν.

Και να, πίσω απ’ τον κορμό τούτης

ή κείνης της ελιάς, σίγουρα

κάποιος θα πεταχτεί ομπρός μου. Μα

δεν πρόκειται ποτέ βοήθεια να φωνάξω

στη ζώνη μου σφιχτά κρατώ

μια σπιθαμή νορβηγικό μαχαίρι. Ω πώς η κίτρινη λαβή του λάμπει κάτω απ’ τ’ ολόγιομο φεγγάρι. Ακούω κουδουνίσματα

μουλαριών και προβάτων, ουρλιάσματα πού και πού

μακρινά

σκύλων και λύκων

Τότε είναι που το φεγγάρι κύλισε απαλά

απ’ τους ώμους μου ψηλά στα χέρια μου πάνω…

– Πεινούσα και τόφαγα

Και πριχού καλά – καλά ξημερώσει

πολύ πριν τα χαράματα

ξύπνησα μες σε θροΐσματα καλαμποκιών,

τον Γαλαξία στο στήθος μου.

Και ξαναπήρα το δρόμο για τη Γρανάδα

τούτη τη φορά, τον ήλιο στην πλάτη

Παρίσι 21/6/1976

Η ουσία όμως της ποίησής του, η ίδια η τραγωδία της ύπαρξής του περιλαμβάνεται στην συλλογή ποιημάτων του Τα Μπουρλότα του Γκιώνη που έχει κυκλοφορήσει σε μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση και είναι επιστέγασμα μεγάλου μόχθου και αγωνιωδών προσπαθειών του δημιουργού της. Αυτή ολοκληρώνει την αποσπασματικά ως τώρα δοσμένη εικόνα της ποίησης του.

Χωρίζεται σε οκτώ ποιητικές ενότητες : Α) Εφτά Μπουρλότα Εισαγωγής στον Γκιώνη, Β) Δεκαεννιά Πέτρινα Εμβατήρια, Γ) Των Ημερών ο Κύκλος, Δ) Εξαπτέρυγα ή Δοξαστικό και πένθιμο συναξάρι τριών γυναικών, Ε) Νόστιμον Ήμαρ, ΣΤ)  Οι συναυλίες των τζιτζικιών, Ζ)  Τετραλογία του προτελευταίου ζοφερού χαμόγελου της Γοργόνας και  Η) Ουρανομετρίας Διθύραμβος.

Πέρα από καπιταλιστικές κορώνες κορεσμού, εφησυχαστικά μεθύσια καλοπέρασης, και αργόσυρτες αλυσίδες μικροαπολαύσεων, πέρα από τη βιοποριστική χρησιμοθηρία μας και την μικροπρεπή ανταγωνιστικότητα που την χαρακτηρίζει ο Άσσος Σταμούλης με σκηνικό του όλο το παλάτι του φυσικού κόσμου παλεύει γύρω του και μέσα του να υποτάξει την καρδιά του στους ρυθμούς του σύμπαντος, να κατανοήσει πρόσωπα και καταστάσεις, να νικήσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιξοότητες, να ερμηνεύσει τον κόσμο την ίδια την ζωή σαν τον Καβάφη, που τόσο θαυμάζει.

Παρορμητικός, άμεσος και ελεύθερος πάντα, συχνά ρομαντικός, (θυμίζει τον Ζαλοκώστα κατά την εύστοχη παρατήρηση του Γιώργου Πετρόπουλου) με λυρισμό αλλά και με λιτότητα και επιγραμματικότητα που θυμίζει εκείνην του δημοτικού τραγουδιού, καταθέτει μπροστά μας γυμνή την ίδια την ψυχή του σ’ ένα οδοιπορικό ζωής, δικό του ψυχογράφημα, μέσα από γεγονότα ανθρώπους και καταστάσεις.

Στο έργο που περιλαμβάνει ποιήματα 20 ετών (1972 -1991) παρέχονται κατ’ αρχήν αυτοβιογραφικά στοιχεία που αφορούν την γέννηση του, τους γονείς του που θαύμαζε και υπεραγαπούσε την αδελφή του Ολυμπιάδα που πέθανε προτού την γνωρίσει αλλά και βιοτικές ανάγκες, ανικανοποίητες πνευματικές δίψες κακές συμπεριφορές γνωστών στην πατρίδα και στην αλλοδαπή, απογοητεύσεις στον έρωτα, απώλειες φίλων, γεγονότα που λαβώνουν και ματώνουν την ψυχή αλλά δεν την λυγίζουν, αντίθετα δυναμώνουν τον χαλκέντερο ποιητή και καταγράφονται παλλόμενα από ρωμαλέο συναίσθημα.

Κάπου γράφει: Μα την πίκρα του κόσμου ετούτου / μεσ’ τη γροθιά σου μη σφίγγεις / Την δύναμη του κόσμου ετούτου / μες’ στην ψυχή σου την κλείνεις. Προχώρα κι’ έχεις κάποιον στο πλάι / εμένα. Πάντα προχώρα μ’ εμένα / Πάντα προχώρα και δίχως εμένα / Μ’ ορθάνοιχτα μάτια προχώρα.

Πόνοι ψυχής που σφυρηλατούν ένα ιδιόρρυθμο, μοναχικό, γεμάτο βιοσοφία ψυχισμό που σε συνδυασμό με την αισθαντικότητα και το θάρρος της γνώμης του να στηλιτεύει χωρίς ενδοιασμούς όλα τα κακώς κείμενα συνιστούν την περήφανη προσωπικότητα του. Να πώς εκφράζεται στους πάρα κάτω πυκνούς και αισθαντικούς στίχους η αντίληψη του για την αξία της ποίησης.

Για να πεις σωστά ένα τραγούδι πρέπει

εκείνη τη στιγμή

σ’ αυτό να δώσεις όλην την ψυχή σου

αν βέβαια έχεις ψυχή.

Για να γράψεις με νόημα

ένα ποίημα – εδώ πια

μέση λύση δεν χωρά. Πρέπει γι’ αυτό

ολόκληρη να θυσιάσεις

την κάλπικη ζωή σου.

Όλος ο καημός και το παράπονο για τα δεινά του κόσμου στους ευαίσθητους παρακάτω στίχους.

Ά σε παρακαλώ

ω σε παρακαλώ

μην κλαις και συ αηδόνι….

Εγώ

εγώ σε νιώθω

Μονάχα εγώ!

Σελίδες επικές όπου ψάλλει σαν εθνικός βάρδος και άλλες γεμάτες πίκρα και οργή με στίχους που ξερνούν φωτιά και κεραυνούς, (η φωτιά είναι στοιχείο του ποιητικού λόγου του Σταμούλη), εναλλάσσονται με ειδυλλιακά ποιητικά διαλείμματα άφατου ρομαντισμού και ευαισθησίας, αναθέσεις που γεφυρώνονται χωρίς ανισότητες, δεμένες με ένα λόγο δουλεμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια αλλά εντελώς φυσικό σαν να είναι αυτόματο προϊόν μιας έμπνευσης που απογειώνει. Γράφει:

Ο Ελληνισμός σαν πάψει ν’ αγωνίζεται σκληρά

κι ακαταπαύστως και με υπερηφάνεια

και σθένος και πάθος και με πίστη

για να ξαναπάρει όσα από πάντα δικαιούται

γρήγορα ή αργά

θα χάσει κι αυτά που κατέχει.

Έλληνες!!

τ’ αλύτρωτα δεν ξανακερδίζονται ποτέ παρακαλώντας – συζητώντας ή διαμαρτυρόμενοι – αλλά επιτιθέμενοι.

Η ιστορία μας αμείλικτα βουίζει.

Στα κεκτημένα λυσσώδης η άμυνα!

Στ’ αλύτρωτα, βροντώδης η επίθεση!

Αθήνα, 31 Ιανουαρίου-18 Ιουλίου 1991

Αλλά πέρα απ’ τους απλούς του στίχους που παραπέμπουν στη λιτότητα και στην επιγραμματικότητα του δημοτικού τραγουδιού υπάρχουν και μνημειώδεις λόγιες συνθέσεις όπως αυτή που ακολουθεί:

Φώτης Κόντογλου

ή

Το Βυζάντιον εν εξορία

………………………

…………..τραγουδάω

κάθε υπερήφανη καρδιά που δεν έχει υποταχτεί

κάθε δυνατή ψυχή που πάντα χτίζει πάνω στα ερείπια

κάθε Μοναξιάς μονοπάτι όπου το Μέγα Όραμα φυσάει

συν όλα τα πλοία που ανασαίνουν τον απόπλουν τους –

όπως το φως που συνειδητά και σταθερά

κι απτόητα κι αγέρωχα και όλο δόξα

στο μέγα σκότος αντιδρώντας σφόδρα το καταλύει

    και αφανίζει και κατισχύει και καταλάμπει

όσο του έχει διοριστεί – και σβύνει

με μεγαλοπρέπεια στο ξάγναντο εκεί, ήγουν

στα Μαρμαρένια Αλώνια και στην Πύλη

του Αγίου Ρωμανού – τι Κορμοοτασιές –

κατά την ύστατη και φοβερή και Περιβόητην εκείνη

του Λόγου και του Χρώματος – ώ Ζωγραφιές! – λυσσώδη πάλη των πανίερων ως άλλος

Βασίλειος Διγενής Ακρίτας και, προ παντός,

ο Μαρμαρένιος Βασιλιάς – πανέτοιμος πια,

μαζί του και το Γένος,

ή τώρα ή ποτέ

Ν’ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ!

Αθήνα, 9 Οκτώβρη 1989.

Τα «Μπουρλότα του Γκιώνη» που αναλύουμε είναι μια ποιητική σύνθεση από εκείνες που ξέρουν να μας μεταδίδουν μέσα από αποκρυσταλλώματα σκέψεων και καταστάσεων όχι μόνο την ίδια τη ζωή με τις αντιφάσεις της αλλά και μια αύρα από το επέκεινα της ζωής, συμφιλιώνοντας – έτσι τις αντιφάσεις των παθών και των συναισθημάτων σε μια στιγμή αιωνιότητας.

Γράφει κάπου, Τι ύπουλα οι μέρες που γλιστράνε

κι αθόρυβα τα χρόνια μας που φεύγουν

Μα εγώ, άλλο δεν κατέχω μυστικό κανένα

παρά να σταματάω το Χρόνο!

Αυτή η μερίδα αιωνιότητας είναι το έπαθλο μιας ζωής δύσκολης με μοναδική επιλογή την ποίηση για την ποίηση. Για την ποίηση και όχι την εφήμερη δόξα ή την υστεροφημία.

Πολλοί και αξιόλογοι κριτικοί λογοτεχνίας έχουν ασχοληθεί με το έργο του Άσσου Σταμούλη. Ανάμεσα τους ο Δημήτρης Καραμβάλης γράφει γι’ αυτόν στο περιοδικό «Ύφος» την άνοιξη του ’97: «Ο Άσσος Σταμούλης δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που εκτός των άλλων γράφει και ποιήματα είναι πρωτίστως και πάνω απ’ όλα ΠΟΙΗΤΗΣ. Ζει και βιώνει την ίδια την ποίηση ασχολούμενος με αυτήν καθημερινά επί πολλές ώρες μελετώντας, γράφοντας και σκίζοντας και πάλι γράφοντας και σκίζοντας κι όλη αυτή η διαδικασία που συνιστά ταυτόχρονα και τρόπο και στάση ζωής λειτουργεί γι’ αυτόν σαν μια αγαπητική σχέση. Μια σχέση έρωτα και θανάτου, ένα κονταροχτύπημα άσπρου και μαύρου, μια αέναη εναλλαγή αποχρώσεων, ήχων, συμβόλων – όπου οι λυρικές, εσωτερικές εκρήξεις του ποιητή γίνονται λέξεις και σχήματα εικόνες, μπουρλότα/πλοία, πυρπολικά δηλαδή, κι ο ίδιος ο ποιητής είναι ένας σύγχρονος πυρπολητής που τα παίζει όλα για όλα, μόνος και αβοήθητος – πάντα ήταν μόνος – στα μέτωπα των καιρών και «ασυμβίβαστος κι’ ιδανικός» -για να θυμηθούμε τον Καββαδία».

– Ο Γιώργος Πετρόπουλος στην «Νέα Σκέψη» Αυγ. ’97 για τα Μπουρλότα του Γκιώνη:

«Στην θεματολογία του τώρα, παρά την γλυκύτητα και την τρυφερότητα που συχνά αναδύονται από τις σελίδες της ανά χείρας συλλογής, κυριαρχεί μια τάση φυγής απ’ ότι τον πληγώνει. Τα ερωτήματα του μένουν σχεδόν πάντοτε αναπάντητα κι ένας αγνωστικισμός πλανάται μέσα απ’ τους στίχους του. Η ποίηση του έχει έντονο κοινωνικό χαρακτήρα και είναι ένα δριμύ «κατηγορώ» κατά της ανισότητας που κυριαρχεί. Λαμβάνει θέση απέναντι στο οργανωμένο κοινωνικό σύνολο και ασκεί οξεία κριτική στη σύγχρονη μεταβιομηχανική εποχή, που οι αποστάσεις των κοινωνικών τάξεων διευρύνονται και το μόνο που επιζητεί είναι η ανεύρεσις του δικαίου και της αληθείας. Έχει μία τελείως Μαρξιστική αντίληψη περί του πλουτισμού, γι’ αυτό και ο ευδαιμονισμός και η συσσώρευση αγαθών, σημείο των μετακαπιταλιστικών κοινωνιών, τον αφήνει αδιάφορο.

Ένας αγέρας ελευθερίας πνέει στην ποίηση του που την αναγκάζει να διάκειται εχθρικά απέναντι στην αναπαραγωγή της εξουσίας και των εξουσιαστών μέσα απ’ τις δομές του συστήματος».

Η «Ισπανική κραυγή του κ. Άσσου Σταμούλη», γράφει ο Νίκος Τ. Μιχαλόπουλος «αποτελεί ένα έργο σύνθετο στη γενικότερη έκφανση του. Περιλαμβάνει ένα φωτεινό ταξίδι του δημιουργού στο σκοτεινό καθεστώς του Φράνκο, ταξίδι που έχει δοθεί σε μορφή βασικά αφηγηματική αλλά και με στοιχεία δοκιμιακού προβληματισμού και ποιητικά κείμενα για το θάνατο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Το ελεύθερο πνεύμα του δημιουργού εντοπίζει, στιγματίζει, αντιστέκεται στην κάθε είδους προσβολή κατά του ανθρώπου και την πολεμάει. Καυτηριάζει την τυραννία. Και όλα αυτά όχι μόνο με τις γνωστές και τετριμμένες εναντιώσεις ούτε με τις γνωστές επίπεδες μορφές αλλά μέσα από έναν προσωπικό εκφραστικό τρόπο που διευρύνει τον ορίζοντα της ιδεαλιστικής και συμβολιστικής τέχνης».

Ενώ ο γνωστός λογοτέχνης Νίκος Ανώγης αναφέρει για το ίδιο ποίημα, «Τα προλεγόμενα σ’ αυτήν την ποιητική συλλογή ποιημάτων που έγραψε και κυκλοφόρησε ο ποιητής Άσσος Σταμούλης είναι μια παγκόσμια κραυγή ελευθερίας – διακεκριμένων και δοσμένων στον αγώνα των λαών για Ελευθερία, Ελλήνων διανοητών και μια ισπανική κραυγή που μας ωθούν σε ελεύθερη σκέψη και αγώνα κατά της σκλαβιάς και υπέρ των οσίων των λαών της γης, υπέρ βωμών και εστιών».

Στα ανέκδοτα ποιήματά του, όπου περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα από το 1971 – 1988 τα αστραπόβροντα των στίχων του κινούνται σε μια υπερρεαλίζουσα θαλεγα γραφή που, σαφώς χαρακτηρίζεται από Εμπειρείκιες επιρροές διασώζοντας πάντα τα κύρια χαρακτηριστικά του ίδιου του Σταμούλη : την αμεσότητα, το θάρρος της γνώμης, την αγάπη για την αλήθεια, αυτό το μπουρλότο της ψυχής τέλος που κάνει τον Σταμούλη έτοιμο να γενεί χίλια κομμάτια προκειμένου να εκφραστεί ποιητικά.

Η φάλαινα το μέγα κήτος, ο Πολυπόθητος Μεσσίας όπως τον αποκαλεί ο Εμπειρίκος που σ’ αυτόν παίρνει μεταφυσικές και σχεδόν Μεσσιανικές διαστάσεις κάνει την εμφάνιση της και στους στίχους του Σταμούλη στο πρόσωπο της γυναίκας-φύσης με την ίδια σχεδόν διθυραμβική υμνητήρια διάθεση.

«Ύμνος στην μετεμψύχωση των κρότων»

Άσσου Σταμούλη

Έτσι κι αλλιώς

θα σε υμνήσω φάλαινα !

‘Ετσι κι αλλιώς

πέραν του τάφου θα σε ακολουθώ.

Εγώ που τη ζωή μου σκόρπισα σα ρύζι

  εγώ που ασταμάτητα πάνω σε πτώματα έτρεχα

ζώντων τάχα με ευοίωνα σημάδια μυρτιάς Ελληνικής

εγώ που κοίμισα τα όνειρα για να τα ξαναξυπνήσω.

Πιο ηχηρά, πιο χαρωπά, πιο φρέσκα

χωρίς ρυτίδες υδρατμών χωρίς σεντόνια μα γδυτά

εγώ που ζύγισα τόσο καλά τον κόσμο στα μάτια μου

και τον ευρήκα χωρίς κανένα πολύτιμο βάρος.

Πάρεξ το βάρος του κορμιού σου ω Φρύνη

μα πιο πολύ του βλεφάρου σου τη σιωπή

στο δάσος το παρθένο των εικόνων μου.

Στη γυναίκα σαν την εράσμια σωτηρία διαμεσολαβητική παρουσία των υπερρεαλιστών ποιητών, στην «υπέρτατη τύχη» κατά τον Andre Breton ψάλλονται ύμνοι γεμάτοι ερωτικό πάθος. Ενώ τέλος συνειδητοποιείται η απέραντη μοναξιά του δημιουργού που προσμένει σαν θεία ευχή και κατάρα το τέλειο ποίημα.

Έχω την βαθιά συναίσθηση – ω ρίγος

πως είμαι τελείως μόνος – ένα αγριολίθαρο

πα  σε γυμνό βουνό π’ αδιάκοπα το δέρνουν

χιόνια λιοπύρια και βροχές

προπάντων τα ραπίσματα του ανέμου

κι αν υπομένω τόσο είναι

γιατί προσμένω να ‘ρθει το ωραιότερο πουλί

πάνω μου να καθίσει

να κελαηδήσει – κι ευθύς διάττοντας να γίνω και να σμίξω με του Ορφέα τη λύρα !

Εκ Βόθρων

Άσσου Σταμούλη.

Και μ’ αυτό το θαυμάσιο ποίημα κλείνουμε την περιήγησή μας στον ποιητικό κόσμο του Άσσου Σταμούλη που είτε εκφράζεται λυρικά, είτε επικά, είτε παραδοσιακά, είτε μοντέρνα, χαρακτηρίζεται από μια γενναία αμεσότητα και ένα ρωμαλέο ποιητικό δυναμισμό.

Σε μια εποχή που αναλώνεται σε τεχνοκρατικούς καταναλωτισμούς, επιδερμικές απολαύσεις και γελοίους ανταγωνισμούς η ποίηση του Άσσου Σταμούλη μας φυγαδεύει στο μοναδικό ζωτικό χώρο ενός ελεύθερου ανθρώπου που με λογισμό και μ’ όνειρο κράτησε άσβεστη την δάδα της λογίζοντας αυτό του το χρέος σαν το υπέρτατο αγαθό της εφήμερης ζωής του.

Λένα Κωνσταντέλλου.

ΑΣΣΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

(κείμενο του Αλέκου Φλωράκη, Καλλιθέα 9/12/2010)

Θα πάρω το μονοπάτι ανάστροφα, απ’ το τέλος. Τέλος σημαίνει όχι μόνο τέρμα αλλά και σκοπός, όχι μόνο κατάληξη αλλά και ολοκλήρωση. Αυτή την ολοκλήρωση –την τελείωση– αναζητούσε σε όλα του τα χρόνια ο ποιητής Άσσος Σταμούλης. Την κυνηγούσε με πάθος, στην καθημερινή φθορά και στις δημιουργικές ώρες, στο στίβο των ιδεών και των αγώνων, στις ποιητικές πτήσεις του. Πορεύτηκε ανυποχώρητος ώς το τέλος· στο τέλος του αιώνα, του χρόνου του. Και ήταν αυτή η δικαίωσή του και η δόξα. «Προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

Φθινόπωρο του δίσεκτου εκείνου έτους 2000, εκεί, στο Λαϊκό Νοσοκομείο της Αθήνας. Το σώμα του, με τα αποτυπώματα 52 χειμώνων αλλά και ισάριθμων ανοίξεων, έχει πια καταπονηθεί από την επάρατη νόσο. Όμως η ψυχή του παραμένει ακατάβλητη· τα μάτια του σπινθηροβόλα και φωτεινά. Μας υποδέχεται, τους φίλους, με ανεπιτήδευτη χαρά. Το νοσηλευτικό προσωπικό έχει να λέει για την ευγένεια των τρόπων του. Είναι αυτός που εμψυχώνει εμάς και όχι εμείς αυτόν. Και όπως πάντα, σαν να μη συμβαίνει τίποτε το διαφορετικό, σαν να μη διαφαίνεται τίποτε το επικείμενο, συνομιλεί με την ποίηση. Άλλωστε, όλη τη ζωή του έτσι την πέρασε· με την ποιητική σαγήνη να αιχμαλωτίζει το είναι του επώδυνα και λυτρωτικά, σε μια αμφίσημη πάλη που πάντα τον έβρισκε νικητή.

Αυτή την ομορφιά και την πάλη μάς άφησε κληρονομιά ο Άσσος στο έργο του. Έχω γράψει αλλού ότι «ποιητής δεν είναι αυτός που σμιλεύει τους στίχους, αλλά αυτός που ακούει τους ήχους». Και ο Άσσος Σταμούλης γνώριζε ν’ ακούει όλους τους ήχους και να τους αποκρυπτογραφεί. Ποιο ήταν το τίμημα αυτής της στάσης και ποιο το γέρας; Ποιος ο πόνος και ποιος ο έπαινος; Και πώς αυτά συλλειτουργούν και αντιμάχονται στην ασπαίρουσα ποίηση του Άσσου Σταμούλη;

Γνωρίζοντας τον άνθρωπο, αλλά και εγκύπτοντας στους στίχους του, βρισκόμαστε μπρος σ’ έναν εναγώνιο νου, σε μιαν άγρυπνη συνείδηση, που πληγώνεται από την ευτέλεια που μας κυκλώνει, από την αδιαφορία και τον ευδαιμονισμό, ματώνει από την απαξίωση των ιδανικών και την άγνοια. Στην αντιπαράθεσή του με τον νυν αιώνα, επιλέγει στάση δυναμική. Δε βυθίζεται στην παραίτηση ούτε παγιδεύεται σε άκαρπο φιλοσοφικό στοχασμό. Ανασύρει τη ρομφαία των στίχων και μάχεται: Είμαι εγώ αυτός με φτερωτά σπαθιά που κυνηγώ καμπυλωτούς ανέμους, που όρθιος, μεσίστιος, πάντ’ άγρυπνος σφυροκοπώ.

Η πίστη στην έννοια της ελευθερίας τον συνέχει και τον γιγαντώνει: Ελευθερία πάνω απ’ όλα σημαίνει / άφοβα να συλλογάσαι· κι αυτά που συλλογάσαι / άφοβα να τα κραυγάζεις, διακηρύσσει στην «Ισπανική κραυγή», το πρώτο ποιητικό βιβλίο του, με αφορμή το ταξίδι του στην Ισπανία του Φράνκο, το 1974. Η ελευθερία όμως, μέσα σ’ έναν κόσμο απάνθρωπο και οσφυοκάμπτη, δουλωμένο δηλαδή όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά –στους ίδιους εμάς και στα πάθη μας–, είναι μαχαίρι που ξεσκίζει. Και πάλι, άλλες ώρες, όταν ο ποιητής με την ασκητική ματιά του υπερβαίνει τον κόσμο, η ίδια ελευθερία γίνεται γαλήνη και κατάφαση σαν φυλλαράκι που τρέμει και πέφτει χαρούμενο στ’ αθόρυβα νερά.

Η δισήμαντη αυτή σύλληψη της ελευθερίας οδήγησε τον Άσσο Σταμούλη σε αντίστοιχη διπλή πραγμάτωση: από τη μια στη διακήρυξή της ως συλλογικού- εθνικού αιτήματος και από την άλλη στην αναγωγή της σε κυρίαρχο στοιχείο της προσωπικής του βιοθεωρίας. Το ίδιο διπλός ήταν και ο δρόμος που ακολούθησε απαρέγκλιτα ο ποιητής: στο βίο και στη γραφή του.  

Μια και πήραμε ανάστροφα το μονοπάτι, ας διαβάσουμε ανάστροφα και «Τα μπουρλότα του γκιώνη», την εκτεταμένη συλλογή του ποιητή (1998), στις 215 σελίδες της οποίας συγκεφαλαιώνεται η όλη ποιητική του πορεία. Αποκαλυπτικές για τη δισήμαντη βίωση της ελευθερίας από τον Άσσο Σταμούλη είναι οι «σημειώσεις-σχόλια» που κατακλείουν τη συλλογή, αναφερόμενες σε συγκεκριμένα ποιήματα. Τίτλος, περιεχόμενα και σημειώσεις είναι για κάθε βιβλίο τα πρώτα που πρέπει να μελετά ο σωστός αναγνώστης. Εδώ, ο τίτλος της συλλογής –«Τα μπουρλότα του γκιώνη»– εμπεριέχει, για τους ανυποψίαστους, μια φαινομενική αντίφαση. Τα μπουρλότα του αγώνα, η έκρηξη, το σάρωμα κάθε μορφής υποτέλειας έρχονται με τη θλιμμένη, μοναχική φωνή τού γκιώνη, του ίδιου δηλαδή του ποιητή, που τραγουδά μέσα στη νύχτα το εγγύτατο χάραμα. Όσο για τις σημειώσεις του τέλους, καταγράφουν την ενέργεια που ρέει από το βίο στο στίχο του ποιητή και τανάπαλιν, ροή αμφίδρομη που τον προβάλλει ως υπόδειγμα συνέπειας λόγων και έργων.

Ξεκινώντας λοιπόν με τις σημειώσεις και περνώντας απ’ αυτές στα ποιήματα, διαπιστώνουμε ότι η μάχη δινόταν σε κάθε τόπο και με κάθε πρόσφορο τρόπο: με δημοσιεύσεις σε έντυπα, με απαγγελίες του σε εκδηλώσεις και σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε συνάξεις αλλά και σε μικρές συντροφιές φίλων, «στον Μίκη Θεοδωράκη με την παρέα του, στην ταράτσα του  Café L’Abée de l’Épée στον Κήπο του Λουξεμβούργου», «εντός του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Σταμνάς Μεσολογγίου, μετά το πέρας της νεκρώσιμης ακολουθίας». Κι ακόμη με διανομή φωτοτυπημένων ποιημάτων σε πανηγύρια και σε περαστικούς, με αναρτήσεις και τοιχοκολλήσεις, με καδραρισμένα χειρόγραφα σε καφενεία και βιβλιοπωλεία, με χάραξη σε μνημεία και ταφόπλακες.

Όλα αυτά τα ποιήματα είναι γεμάτα θάρρος και αποκοτιά. Μιλούν απερίφραστα και στηλιτεύουν την αδικία, την απληστία, τη συναλλαγή, τη μειοδοσία, τη λήθη, την καλοπέραση, τη φαυλότητα, την άγνοια, την παραπλάνηση, το φθόνο, την υποκρισία, την αχαριστία, τη χλεύη, μ’ έναν λόγο όλα τα δεσμά που κρατούν ανελεύθερη την ψυχή τού ανθρώπου αλλά και την καρδιά τού Ελληνισμού. Μιας Ελλάδας που –σε αντιπαράθεση με τη σημερινή έκπτωση– συνεχίζει ν’ ανασαίνει μεγαλείο και λεβεντιά, να ανακαλεί τον ηρωισμό και τη δύναμη της ανεξίτηλης ιστορίας της: Πατρίδα μου γλυκιά πώς με σταυρώνεις / με παναρχαία Ιστορία Θάμβους και τόσον ωραίους / Πόθους και Ύμνους και Θρύλους και Μύθους / και Μνήμες και Μνημεία κι Αγάλματα ομιλούντα / όλα πανωραία, ασύγκριτα και υψηλά· τα πάντα δυνατά, τα πάντα εκτυφλωτικά! (…). Εσύ όμως «πονηρέ» Νεοέλληνα / σαν «ξύπνιος» και μέγας δούλος και χαλβάς που είσαι / καθόλου μην τ’ ακούς αυτά οπού / εγώ σου λέω –αλλά συνέχιζε εσύ / (γιατί τίποτα δικό σου μέσα σου δεν έχεις, άθλιε, / γιατί ένα διαρκές αποκριάτικο μπαλόνι μόνον είσαι) / συνέχιζε να τους ακούς κι ό,τι σου λεν’ οι μαστραπάδες / σα βατράχι να τα χαύτεις κι αποπάνω να τους καταχειροκροτάς / συνέχιζε να τους εκθειάζεις και να τους ψηφίζεις, βλήμα, / συνέχιζε να τους αποθεώνεις και με γαρδένιες να τους ραίνεις, / μέσα κ’ έξω ντύνοντας το σπίτι σου μ’ αφίσες και σημαίες σα μπουρδέλο / παριστάνοντας βεβαίως εσύ ο ίδιος την τσατσά / κι ακολουθώντας τους παντού σα σκύλος, / σε κάθε εξέδρα και μπαλκόνι / σε κάθε τους συγκέντρωση-ζωοπανήγυρη / κρατώντας και κραδαίνοντας με πάθος σα μαϊμού / τα πρασινογαλαζοκόκκινά τους σημαιάκια (…).

Επόμενο ήταν η βολεμένη κρατούσα τάξη και η περιδεής αμάθεια των πολλών να ενοχληθούν. Οι «σημειώσεις» του τέλους, γραμμένες ενίοτε με αποκαλυπτική ενάργεια, θαρρείς και συμμετέχουν στο ποίημα, εισαγωγικά ή επιλογικά: «Πόρος καιόμενος ή Η Ελλάς των σκουληκιών. Χειρόγραφο φωτοτυπημένο σε 600 αντίγραφα· τοιχοκολλήθηκε και διανεμήθηκε από τον ίδιο στους περαστικούς, διαδοχικά στην Σταμνά Μεσολογγίου, Αθήνα, Πόρο και Γαλατά Τροιζηνίας, Αύγ. 1985, και στη Θεσσαλονίκη, Σεπτ. 1985. Στον Πόρο, στο λιμάνι, κατά την ώρα της τοιχοκόλλησης στις τζαμαρίες των καταστημάτων, ένα εξαγριωμένο πλήθος νησιώτες κατέφθασε ασθμαίνοντας, μ’ επικεφαλής έναν αστυφύλακα, για να τον «συλλάβουν«, λέει, και να τον οδηγήσουν στον διοικητή της αστυνομίας για… «ανάκριση«! διότι, δείχνοντάς τον, «Αυτός είναι, ναι, που μας προσβάλλει, βρίζοντας και κακοχαρακτηρίζοντας τους εμπρηστές«!! είπαν, και το μάτι τους γυάλιζε, και από θανατηφόρα ικανοποίηση ανείπωτης ηλιθιότητας τρίβαν τα χέρια τους και ξεφυσούσαν. Τότες, κ’ ενώ συνέβαιναν αυτά, λίγο παραπέρα ένας μερακλής ταβερνιάρης, μόλις ένοιωσε τι έτρεχε, αμέσως, από υγιή αντίδραση, ξεκολλάει απ’ την τζαμαρία του το φωτοαντίγραφο του ποιήματος και, κρατώντας το στο χέρι, ανεβαίνει, όπως ήταν, με τη μακριά άσπρη ποδιά του, πάνω σ’ ένα αρκετά μεγάλο άδειο κι όρθιο παραδοσιακό βαρέλι κρασιού και νευριασμένος ξέσπασε: «Ηλίθιοι!… Αίσχος σας! Αίσχος σας!… Αυτός ο άνθρωπος μάς υπερασπίζεται, κ’ εσείς, Κτήνη, τον σταυρώνετε; Φτου σας!… κι αλλοίμονό σας!… «· και καγχάζοντας  πρόστεσε: «–Γενναιότατοι Έλληνες!!… «· κι αρχινάει, όλος πάθος και δύναμη, ν’ απαγγέλνει το ποίημα» (παραθέτω αποσπάσματα):

 Τούτη η φωτιά στο έμπα του λιμανιού του Πόρου / μού καταστρέφει την Ελπίδα – παρ’ όλα / τα πολλά βαπόρια και τις βάρκες που διαβαίνουν, το γαλανόν του ουρανού, τους γλάρους και τον ήλιο / και τους λοφίσκους με τα πεύκα όπου, πριν λίγο, / ένα τζογλάνι, ένα αρχίδι, ένα σκουλήκι / έβαλε φωτιά (…). Απόμειναν τρεις λόφοι φαλακροί, / στάχτη, αποκαΐδια, φρίκη, / για να υπενθυμίζουν στους ανθρώπους ότι / οι άνανδροι, οι πουλημένοι / καίουν τ’ αθώα ιερά μας δέντρα, / καίουν τ’ αθώα ιερά μας δάση – της Ελλάδος / το προαιώνιον, τ’ ασύγκριτον παρθένον κάλλος, / τις Μούσες και τ’ Ανθρώπινο προσβάλλοντας, / της ψυχής μας συντρίβοντας την θείαν Άρπα. / Σκουλήκια! (…).

Ένα άλλο ποίημα, το (από εφτά μέρη) «Ύμνος στην Ελευθερία», «τοιχοκολλήθηκε και διανεμήθηκε από τον ίδιο, σε 50 φωτοτυπημένα αντίγραφα από το χειρόγραφό του, στα καφενεία Σταμνάς Μεσολογγίου, παραμονή εκλογών, 7. 4. 90. Ένα τέτοιο αντίγραφο ρίχτηκε από τον ίδιο, ως ψηφοδέλτιο, στην κάλπη του Γ΄ μεικτού εκλογικού τμήματος Σταμνάς Μεσολογγίου, στις εκλογές, 8. 4. 90. Την επομένη έστειλε, ταυτόχρονα, από ένα ίδιο αντίγραφο στις εφημερίδες Το Βήμα της Κυριακής, Τα Νέα, Έθνος, Ελευθεροτυπία, Μεσημβρινή, Η Πρώτη, Ελεύθερος Τύπος, Ελεύθερος, Το Ποντίκι, συνοδευόμενο το καθένα και από μια σύντομη επιστολή του που κατέληγε: «Με την ελπίδα ότι έχετε τα κότσια να το δημοσιεύσετε«. Καμία δεν το δημοσίευσε! (…). «Κάλπη«, τι τέλειον ομόηχον με το αρσενικό «κάλπης« (από το τουρκ. «καλπ«, εξ ου και το επίθ. κάλπικος) που σημαίνει κίβδηλος άνθρωπος, απατεών, ψεύστης, δόλιος, ανειλικρινής». (Και πάλι αποσπάσματα από το ποίημα):

Ο τύραννος της Μυτιλήνης Πιττακός / το ’νοιωσε πως κανένα «δικαίωμα» δεν είχε, / άνθρωπος όντας, / συνανθρώπους του να τυραγνά. «Μόνοι σας, πολίτες, / χωρίς εξουσιαστήν πια, κλέφτην κανέναν, άξιοι, / άξιοι και θαυμαστοί να κυβερνιέσθε είστε!» / είπε, και στα χωράφια του απεσύρθη: / κι ανάμεσ’ απ’ της αρχαίας Ελλάδος τους Επτά / στην Ιστορίαν έλαμψε και στις καρδιές μας –αυτός, / Πιττακός ο Μυτιληναίος ο σοφός! (…). Σόλων ο Αθηναίος, ο σοφός, τους Νόμους του / περσότερο θεμέλιωνε στα ποιήματά του παρά σ’ εκείνον / τον μέγα και πλήρη βόθρο που βάφτισαν «Βουλή» –γι αυτό / τα βρόντηξ’ όλα πίσω του και / ρίχνοντας μαύρη πέτρα, πήρε / των ομματιών του κ’ έφυγε μακριά / (την τάξην και το βιος του, την φήμην και την υπόληψήν του, / και «χρέος» δήθεν και «δικαίωμα», όλα, «τα ’γραψε κανονικά»), / βίον διάγων ήρεμον κ’ ευθύν, / άχρι θανάτου ταξιδεύων (…). Ο Όμηρος δεν είχε καμίαν εξουσία· / κι ο Κάλβος, ούτε κι αυτός καμία –παρά / μονάχα μία: την εξουσία των στίχων (…).  Κανένας στη ζωή δεν έχει το δικαίωμα τον άλλον να εξουσιάζει / ω χαίρε Ιησού Χριστέ με το φραγγέλιο, ναι κάφροι, / με το φραγγέλιο στο χέρι, αφού ποιείτε, καθάρματα, / τον οίκον του πατρός μου –τις συνειδήσεις των / τιμίων και απλών ανθρώπων – οίκον εμπορίου!

Το πάθος του Άσσου Σταμούλη για την ελευθερία αντικατοπτρίζεται έμπρακτα στη ζωή του, περνά από το συλλογικό αίτημα στην προσωπική πραγμάτωση. Δεν εξαντλείται δηλαδή σε ανώδυνη θεωρητικολογία, αλλά εφαρμόζεται με συνέπεια στην καθημερινή του βιοτή. Δεν είμαι σκλάβος –γράφει– κανενός / μόν’ της καρδιάς μου σκλάβος. /  Δεν είμαι σκλάβος κανενός / μόν’ της Ελευθερίας σκλάβος. Ασυμβίβαστος, ανυποχώρητος, δε συσχηματίζεται. Εισπράττει το φως και πληρώνει το τίμημα. Ήδη στο (αυτο)βιογραφικό του προϊδεάζει τον αναγνώστη. Σπουδάζει νομικά, αλλά τα εγκαταλείπει για το θέατρο και την ποίηση· συμμετέχει στην εξέγερση της Νομικής κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών και στις αιματηρές συγκρούσεις στους δρόμους της Αθήνας· αναγκάζεται να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, όπου παραμένει για 12 χρόνια σε συνθήκες ανέχειας, διδάσκοντας Ελληνικά σε Γάλλους και Γαλλικά σε αλλοδαπούς· παρακολουθεί μαθήματα φιλολογίας, φιλοσοφίας και αισθητικής· ταξιδεύει οργώνοντας την Ευρώπη με τα πόδια, με ωτοστόπ, κρυμμένος στα τρένα, γνωρίζοντας «πολλών ανθρώπων άστεα και νόον»· επιστρέφει στην Ελλάδα, απαρνείται τη δημιουργία οικογένειας –αν και την αγαπά– και ζει μόνος, από λιτά έως στερημένα. Απαλλαγμένος από κάθε είδους συμβατικότητα, αφιερώνεται στην ποιητική δημιουργία. Είναι η δόξα και ο αγώνας του, η αυτάρκεια και η μοναξιά του: Σπίτι ποτέ δεν έχω· / λεφτά σχεδόν ποτέ δεν έχω, / φίλο τώρα κανέναν δεν έχω, / η γυναίκα τώρα κι αυτή μου λείπει, / χειμώνας άγριος ταράζει τώρα το Παρίσι– / και στέκομαι τώρα κ’ εγώ / μέσα σε τέτοια αρμονία / σχεδόν… συνεπαρμένος.

Η μοναξιά λοιπόν και η πτωχεία είναι της άκρας ελευθερίας το τίμημα. Είναι όμως και η μήτρα της δημιουργίας. Όταν δεν τη μετατρέπεις σε δυνάστη της ψυχής, όταν δε  σου παραλύει το νου και τα μέλη, χτίζει κάστρα γερά. Ο Άσσος το γνώριζε καλά αυτό· το είχε επιλέξει εκούσια: Πάει πια καιρός που με αδιαφορία θανάτου / τη χαμέρπεια και των διπόδων το φτόνο αποχαιρέτησα / και με πάθος και κατάνυξη στην πιο βαθιά, / στην πιο αυστηρή, στην πιο καυτή, την πιο άγρια, /  θανατερή κι ανήλεη και γλυκυτάτην έρημον / αφοσιώθηκα –διάπλατ’ αφήνοντας / μέσα μου να σαλπίξει κάθε / αθόρυβος,/ θόρυβος / μουσικής (…), / κάθε Μοναξιάς μονοπάτι οπού το Μέγα Όραμα φυσάει (…).

Πώς πετυχαίνει ο Άσσος την υπέρβαση της μοναξιάς και τη μετουσίωσή της σε δημιουργία; Μέσ’ από τρεις δρόμους. Πρώτον, μέσ’ από την ολιγάρκεια, αρετή παλιά ελληνική και χριστιανική, που κι αυτήν την απεμπολήσαμε:  Δεν έχεις τίποτε; Τα πάντα έχεις! / Με τις ματιές μας εξουσιάζουμε τα πάντα– / μες στις καρδιές μας τα πλάθουμε δικά μας (…). Όλα τα ’χεις όταν τίποτα δεν έχεις –τότε μόνο / στ’ αλήθεια γίνεσαι και παραμένεις λεύτερος. Το «μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες» του Αποστόλου Παύλου.

Δεύτερον, μέσ’ από τη φύση, την αποκρυπτογράφηση των θαυμασίων της που οδηγεί στον Θεό και που ο Άσσος την προσεγγίζει με λυρική έκσταση, πότε με αναγωγές στο γενέθλιο τόπο και πότε με εικόνες υποβλητικού υπερρεαλισμού: Ιδού της ποιήσεως το θέλγητρον· / μια αστραπή από κεχριμπάρια πυρίτιδος / ένας ασκός συνέχων όλους τους ανέμους / μια ομοβροντία μεταναστευτικών πουλιών / πάνω σε ξάρτια στροβιλιζόμενης αιθάλης (…). Έχω τη βαθιά συναίσθηση –ω ρίγος! – / πως είμαι τελείως μόνος –ένα αγριολίθαρο / πα σε γυμνό βουνό π’ αδιάκοπα το δέρνουν / χιόνια λιοπύρια και βροχές / προπάντων τα ραπίσματα του ανέμου / κι αν υπομένω τόσο, είναι / γιατί προσμένω νά ’ρθει το ωραιότερο πουλί / πάνω μου να καθήσει / να κελαηδήσει –κ’ ευθύς / διάττοντας να γίνω και να σμίξω / με του Ορφέα τη λύρα!

Τρίτον, τέλος, με την περιπλάνηση, το ταξίδι, τη διαρκή αναχώρηση: Πολύ πριν την αυγή / καβάλλα στο γοργόφτερο το άτι μου / και τ’ άστρα τ’ ουρανού ψηλά στην κεφαλή μου – / καλπάζοντας χανόμουνα / για νέες χώρες!

Ο Άσσος Σταμούλης είναι ποιητής περιπλανώμενος και μαζί περιπλανητής του ονείρου, αφού ο ίδιος κρατά στα χέρια του τα όνειρα και τα περιφέρει στον κόσμο. Ο εκρηκτικός χαρακτήρας του μετατρέπει την ποίησή του σε ποταμό, ορμητικό σαν τον αγαπημένο του γείτονα Αχελώο. Έναν ποταμό που ρέει με απροσδόκητες μεταπτώσεις περιχαράκωσης και εφόδου, λυρισμού και τολμηρού ρεαλισμού. Στη χυμώδη γλώσσα του εγκεντρίζονται  τύποι αρχαιοελληνικοί, λόγιοι και ιδιωματικοί, καταδεικνύοντας την ενότητα της μιας και αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας· γλώσσας που ο Άσσος την υπερασπιζόταν με πάθος, όπως και την αφρόνως εξοβελισθείσα  πολυτονική  γραφή. Το μεταθανάτιο βιβλίο του, «Ποιήματα 1987-1988» (2002, με τη φροντίδα των φίλων του) μας αποκαλύπτει έναν άλλον Άσσο· υπερρεαλιστή και ερωτικό. Οι εικόνες του είναι χειμαρρώδεις και το υπερρεαλιστικό ύφος εκφέρεται μ’ έναν πάντοτε παρόντα ρυθμό που παραπέμπει σε παραδοσιακές ρίζες. Συμπερασματικά, η ποίηση του Άσσου Σταμούλη, βροντώδης και παράλληλα απαλή, εγερτήριο μαζί και βάλσαμο, υπερβαίνει τη φθορά, διότι μετουσιώνει τον πόνο σε όνειρο: Φεύγουν και φέγγουν τα χρόνια σα βιολιά / η γραφή η δική μου τους πάντες διχοτομεί / η γραφή η δική μου τα πάντα αναζωογονεί.

Πισωπατώντας πάλι στο μονοπάτι, ξαναφέρνω στο νου μου τις συζητήσεις μας με τον Άσσο, στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των ημερών που περνούσε στο αγαπημένο του χωριό Σταμνά και των διαδοχικών εισαγωγών του στο νοσοκομείο. Ξαναδιαβάζω και τα όσα μου έγραφε λίγους μήνες πριν, από το Άγιον Όρος, όπου, «αναλαβών τον θυρεόν της πίστεως», προετοιμαζόταν για τον τελευταίο του απόπλου. Και παντού βλέπω την ποίηση να τον κατέχει. «Μουσικήν ποίει και εργάζου»· η θεία αυτή επιταγή προς το φυλακισμένο Σωκράτη πληρούσε όλη του την ύπαρξη. Ανυψώνοντας σε ποίηση την ίδια του τη ζωή, μπόρεσε να εκπορθήσει την πύλη των ονείρων. Θαρρώ και τον ακούω να ελέγχει πάντα την παρακμή των καιρών και να δείχνει το δρόμο:  Άντρας τελικά είναι αυτός που / κρυώνοντας πεινώντας / πονώντας αγρυπνώντας / ολομόναχος, σκληρότατα προ πάντων / ως την αυγή κοπιάζοντας – / κατορθώνει και κάνει τη ζωή / ένα δυνατό βιβλίο Ποιημάτων –ένα Μαστίγιο ή / ογδόντα τρία κ’ ένα ρόπαλα του Ηρακλή / για κάθε υποκριτή, για κάθε ζώο και ληστή, / για κάθε κιοτή και λιποτάχτη.

                                                                               Αλέκος Ε. Φλωράκης

Ο Ποιητής και άνθρωπος Άσσος Σταμούλης

(ομιλία του Κώστα Τσόλκα στην εκδήλωση για τον ποιητή στη Σταμνά, 28/08/2010)

         Κυρίες και Κύριοι,

         Δέκα χρόνια συμπληρώνονται αφότου έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο ποιητής της Καρδιάς και των δυνατών συναισθημάτων Ασσος Σταμούλης. Δέκα χρόνια αφότου παρέδωσε το κουρασμένο από την ασθένεια σώμα του στην  αγκαλιά της γενέτειρας, αφήνοντας όμως σε μας και τις επόμενες γενιές πολύτιμη παρακαταθήκη, τα βιβλία του, το αδούλωτο πνεύμα του, το πάθος του για την Ελληνική Γλώσσα. Σπουδαία κληρονομιά την οποία και αποδεχθήκαμε ευλαβικά.

 Η ζωή του ήταν ένα πέρασμα ανάμεσα στα βιβλία και στα ταξίδια. Αυτά  ήταν η μοναδική και η ακριβή περιουσία του.

                  «…Τα βιβλία μού  ’δωκαν το φως

                         Τα ταξίδια το άπλετον φως»,   γράφει ο ίδιος.  

        Δεν θα αναφερθώ βέβαια στο έργο του, δεν είμαι ο ειδικός. Μιλούν  γι αυτό οι κριτικές των βιβλίων του που ήταν πάντα ενθουσιώδεις και θα μιλήσουν και απόψε για τον Άσσο, άξιοι άνθρωποι των γραμμάτων.

          Θα μου επιτρέψετε όμως αγαπητοί μας καλεσμένοι, να πω δυο λόγια για τον άνθρωπο ΄Ασσο Σταμούλη. Αυτόν που πρωταντίκρυσα στο χωριό μας, μικρό παιδί εγώ κι αυτός κοντά είκοσι χρόνια μεγαλύτερος και πολυταξιδεμένος ποιητής ήδη, αυτόν που άρχισα να γνωρίζω καλύτερα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στην πολύβουη Καλλιθέα της Αθήνας, όπου τότε  κατοικούσε. Και ήταν πάντα στη παρέα το επίκεντρο, με τις γνώσεις του και το βάρος της γνώμης του, τις διηγήσεις του και τα ατελείωτα αστεία του.

         Επιτρέψτε μου να μιλήσω γι αυτόν  που έζησα στη συνέχεια από κοντά, στις νυχτερινές μας βόλτες στους δρόμους του χωριού, στις συζητήσεις μας στο μπαλκόνι  του σπιτιού, στο Πανηγύρι μας στην Αγι-Αγάθη που ύμνησε με μοναδικό τρόπο, στη λιμνοθάλασσά μας που τόσες ώρες περνούσε κοντά της ψαρεύοντας.

Στα απολαυστικά και γλαφυρά ξεσπάσματά του κατά της υποτέλειας, της προχειρότητας, του ανόητου «καθωσπρεπισμού» και του «δε βαριέσαι» των πολλών.

Μέσα από τις πολύτιμες συμβουλές του για την συνεχή βελτίωση της βιβλιοθήκης μας και του περιοδικού μας και πως αυτό θα σπάσει τα στενά όρια της περιοχής μας και για το πώς θα προσφέρουμε περισσότερα στον τόπο μας, κλείνοντας τα αυτιά μας στις φωνές όλων εκείνων που χωρίς γνώση κρίνουν πάντα άδικα κάθε προσπάθεια.

           Διακριτικός, αθόρυβος και ολιγαρκής σε βαθμό ασκητή. Έτσι ήταν η ζωή του, έτσι και το φευγιό του. Αλλά αυτός, ακόμα και σε εποχές που στερείτο και τα βασικά για να ζήσει, έγραφε ακατάπαυστα. Σε ανάτυπο των εκδόσεων «ΔΑΥΛΟΣ», όπου το 1988 δημοσιεύτηκαν τα «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», ο ίδιος αυτοβιογραφείται ως εξής:

«Γεννήθηκα στη Σταμνά Μεσολογγίου. Στην Αθήνα σπούδασα Νομικά και Θέατρο. Στη Γαλλία, στο Παρίσι, έμεινα αρκετά χρόνια και στη Σορβόννη και στο Γαλλικό Κολλέγιο σπούδασα Γαλλική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Αισθητική. Εκεί γνώρισα την Ποίηση και τη ζωή, σ’ όλη την έκταση και την εγκατάλειψη των ανθρώπων, την πιο βαθιά μοναξιά, την πιο μεγάλη στέρηση. Όργωσα την Ευρώπη με τα πόδια, με ωτοστόπ και κρυμμένος στα τραίνα γνώρισα κάθε καρυάς καρύδι, είδα και έζησα τοπία και πόλεις…».

          Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Σταμνάς, φοίτησε έως την Ε’ Γυμνασίου στο Αιτωλικό και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Άρτας. Εισήχθη στη Σχολή Χωροφυλακής και παράλληλα ύστερα από εξετάσεις το 1968 πέτυχε στην Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών. Παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου και για κάποια διαστήματα εργάζεται επαγγελματικά στο θέατρο. Κατά τη θητεία του αυτή στο θεατρικό σανίδι, ο θεατρικός λόγος καλλιέργησε την ψυχή του, μεταλλασσόμενος σε ποιητικό λόγο.

        Έτσι το 1972 έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Οι γείτονές του στο χωριό αναφέρουν ότι μικρό παιδί ακόμα, από το παράθυρο του σπιτιού του έκανε συχνά απαγγελία στίχων του Κρυστάλλη.     

Ως φοιτητής της Νομικής συμμετέσχε το Φεβρουάριο του 1973 στα γεγονότα της Νομικής, που προηγήθηκαν της εξέγερσης του Πολυτεχνείου την ίδια χρονιά, κατά της αιματηρής δικτατορίας των συνταγματαρχών, για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Στις 29 Μαΐου 1973 φεύγει αυτοεξόριστος στο Παρίσι όπου έμεινε 12 χρόνια. Στην πόλη του φωτός παρακολουθεί μαθήματα Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Αισθητικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και για αρκετά χρόνια διδάσκει ως καθηγητής Νέων Ελληνικών τους Γάλλους και Γαλλικά τους αλλοδαπούς.

Στα εκπαιδευτικά του κενά ταξιδεύει συνεχώς γνωρίζοντας από κοντά ανθρώπους, ιδέες, ήθη και έθιμα, σε πόλεις και χωριά. Αυτές οι χιλιάδες εικόνες, οι επίμονες μελέτες και γνώσεις τον μεταλλάσσουν σε ποιητή και αρχίζει την ακατάπαυστη συγγραφή.

Τον Ιανουάριο του 1985 επιστρέφει στην Ελλάδα, ζώντας για ενάμισι χρόνο στη Θεσσαλονίκη κοντά σε φίλους του Σταμνιώτες και στις 29 Μαΐου 1986 μετακομίζει οριστικά στην Αθήνα.

Σε αίτησή του προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Σταμνάς, στις 30 Αυγούστου 1996, με την οποία ζητούσε οικονομική στήριξη για την έκδοση μέρους του έργου του σε βιβλίο, την οποία βέβαια ποτέ δεν έλαβε, διαβάζουμε και τα παρακάτω:

«… Μόνον ο γραπτός λόγος παραμένει αναλλοίωτος και διασχίζει τους αιώνες (εφ’ όσον βεβαίως το αξίζει κι αυτό μόνο οι ειδικοί θα μας το πουν κι ακόμα καλύτερα ο Χρόνος), και έχοντας κι εγώ ο ίδιος συνειδητοποιήσει από νωρίς αυτή την ματαιότητα των πάντων και ότι για το μόνο που αξίζει ο άνθρωπος να μάχεται και να αγωνιά, είναι τελικά η Ομορφιά και το Φως, δηλαδή η Δικαιοσύνη, που και αυτή αναμφίβολα πρέπει να καταλήγει πάλι στην Ομορφιά – μάχομαι λοιπόν σε τούτη τη ζωή, με μοναδικό όπλο τη γραφή, τον Ποιητικό λόγο, εναντίον της φθοράς του χρόνου. Και μάχομαι ολομόναχος, αστήριχτος και αβοήθητος από υλικά μέσα και δυνατότητες. Δεν είναι εύκολα αντιληπτό αυτό που κάνω – η ποίηση – και γι αυτό σας γράφω τούτη την αίτηση, σαν έκθεση, με σκοπό να συνεννοηθούμε…».

Με την επιστροφή του στην πατρίδα αρχίζει να δημοσιεύει και να εκδίδει το έργο του, η αξία του οποίου δεν άργησε να αναγνωρισθεί. Έτσι κέρδισε επάξια χρηματικό έπαθλο από το Υπουργείο Πολιτισμού και τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος SALON 101 στην Πολωνία στις 14 Απριλίου 2000.

Κι ενώ το έργο του είχε αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστό, προσβάλλεται από την επάρατη νόσο και χάνει τη μάχη για τη ζωή στις 13 Δεκεμβρίου 2000, σε ηλικία μόλις 52 ετών.

Με τον ανεπάντεχο χαμό του, τη στιγμή που το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται και η μοίρα επιτέλους να του χαμογελάει, τα Γράμματά μας έχασαν έναν άξιο και θαρραλέο αγωνιστή, που όσο ζούσε πάλεψε με τους στίχους και τη ζωή του, για την ομορφιά, τον Άνθρωπο, την Πατρίδα. Αγωνίστηκε υποστηρίζοντας θερμά το πολυτονικό σύστημα γραφής και την σοβαρή διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών.

Η Ποίηση έχασε έναν ικανότατο εργάτη και εκπρόσωπό της.

Η γενέτειρα έχασε ένα τέκνο της άξιο και σημαντικό. Ο σύλλογος και το περιοδικό μας που τόσο αγαπούσε, στήριξε και ομόρφυνε με τα ποιήματά του, έχασαν ένα αληθινό φίλο και συμπαραστάτη αναντικατάστατο.

Η Δανειστική Βιβλιοθήκη του χωριού μας, στην οποία ήθελε να δωρίσει πολλά από τα βιβλία του αλλά δεν πρόλαβε (μας δώρισε όμως μέρος του πολύτιμου προσωπικού του αρχείου του ο αδελφός του Γεώργιος), την οποία Βιβλιοθήκη καταφέραμε και την επεκτείναμε μεταφέροντάς την στο α’ όροφο του κτιρίου, δεν πρόλαβε να τον δει να ξαναπερνά το κατώφλι της, για να μεταλαμπαδεύσει σε όλους μας, το ασίγαστο πάθος  του για το διάβασμα, τη Γλώσσα μας και τα ιδανικά του Ελληνισμού. Και στις μικρές κοινωνίες σαν τη δική μας, κάθε απώλεια σαν αυτή είναι δυσαναπλήρωτη.

Μοναχικός ο βίος του, απ’ όταν κατάλαβε τον κόσμο και η διαδρομή του γεμάτη αγκάθια. Στο ποίημά του «Άφιξη» (Παρίσι 1975), μας λέει και τα εξής:

                             «…Σα θέλεις λεύτερος να νιώσεις

                               πάρ’ το απόφαση πως είσαι μόνος»

Και η ζωή του, όπως έλεγε συχνά ο ίδιος, συντρίφτηκε για χάρη της ποίησης και των γραμμάτων. Και στο ρυθμό αυτό έζησε ως τη τελευταία στιγμή. Ελεύθερος και απαλλαγμένος απ’ τα περιττά του δικού μας κόσμου.

Με σεβασμό και συγκίνηση ανακαλώ στη μνήμη μου τις τελευταίες στιγμές του στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου, με πόση χαρά και ζεστασιά μας δεχόταν με τον Παναγιώτη και το Γιώργο και μας μιλούσε για τα βιβλία και για το περιοδικό μας. Και του ’κανε καλό η συντροφιά μας και μας το ’λεγε, γιατί ξέραμε να ακούμε λέει το συνομιλητή.

Για τον εαυτό του δεν έκανε πια σχέδια. Ήξερε ότι το τέλος απείχε μια ανάσα. Μα δε φοβόταν, ήταν ήσυχος. Ήξερε ότι το πνεύμα του είναι και θα παραμείνει Ελεύθερο και Αθάνατο κι έτσι δεν τον ένοιαζε.

 Γράφει προφητικά θα λέγαμε στο ποίημά του με τίτλο «Κανενός» (Παρίσι, 1976):

«…Πέρασα τη θύελλα

δε μου απομένει τώρα

παρά το σιγαλό το κύμα,

κ’ εδώ θε να προσέξω:

σπίτι μου πρέπει να φτάσω άγιος…»

Απόψε λοιπόν, κάπου ανάμεσά μας, σ’ ένα χώρο που κι αυτός έχει εμπνεύσει τον ποιητή, έχει φωλιάσει το ανήσυχο πνεύμα του  φίλου μας Άσσου  και μας προτρέπει να συνεχίσουμε, ο καθένας όπως μπορεί, στον Αγώνα που εκείνος έδωσε τα πάντα.

Στον αγώνα κατά της ευτέλειας, της υποτέλειας και του ραγιαδισμού. Ας κάνουμε κτήμα μας το έργο του κι ας γίνει ο φάρος που θα φωτίζει τις καρδιές μας και μετερίζι αντίστασης στην βαρβαρότητα που καθημερινά μας επιβάλλουν. Και σύμφωνα με τους στίχους του:

 «…Στα κεκτημένα, λυσσώδης η άμυνα!

Στ’ αλύτρωτα, βροντώδης η επίθεση!»

Κλείνω της αναφορά μου στον τιμώμενο, όπως κλείνει και ίδιος το ποίημά του «ΑΓΙ-ΑΓΑΘΗ ή ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΗΓΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΣΤΑΜΝΑΣ» (Αύγουστος 1987):

                   «… Φεύγω και πάντα έρχομαι σαν κύμα

με αναμνήσεις άγριας πέτρας και απήγανου

με αναμνήσεις άστρων, λύκων, θαλασσών

και μουσικά φλουριά καρπίζοντα

τα σπλάχνα μου ».

Θέλω τέλος να εκφράσω την ευχή να γίνει η αποψινή εκδήλωση αφετηρία για ανάλογες ποιητικές  και μουσικές βραδιές στις καλοκαιρινές εκδηλώσεις του χωριού, με  αφιέρωμα κάθε χρόνο και σε έναν ποιητή. Οι σύλλογοι του χωριού το θέλουν, δε μένει παρά να αγκαλιάσει την ιδέα η τοπική κοινωνία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στη βιβλιοθήκη του χωριού μας, θα βρείτε τα βιβλία του Άσσου και μερικές χιλιάδες ακόμα βιβλία κάθε κατηγορίας και ενδιαφέροντος. Η Γνώση είναι το πολυτιμότερο εφόδιο στη ζωή μας.

Σας ευχαριστώ.

***//***

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *